ΔΙΗΜΕΡΙΔΑ

ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Δευτέρα 12 και Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2005

Αίθουσα Εργατικής Εστίας

Αγησιλάου 10 Αθήνα

 

Τη Διημερίδα Οργάνωσαν:

Η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΘΕΑΜΑΤΟΣ ΑΚΡΟΑΜΑΤΟΣ

Τα Σωματεία μέλη της

ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΛΛΗΝΩΝ ΗΘΟΠΟΙΩΝ

ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΘΕΑΤΡΟΥ

ΕΝΩΣΗ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝ/ΦΟΥ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ Ο.Τ.

ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΤΑΞΙΘΕΤΩΝ ΘΕΑΤΡΟΥ ΚΙΝ/ΦΟΥ ΑΘΛΗΤΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ

ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΦΩΤΙΣΤΩΝ ΗΧΗΤΙΚΩΝ ΘΕΑΤΡΟΥ

ΕΝΩΣΗ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΚΕΡΚΥΡΑΣ

ΠΑΝΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΜΟΥΣΙΚΩΝ

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΝΟΜΟΥ ΣΕΡΡΩΝ

ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΘΡΑΚΗΣ

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΧΟΡΕΥΤΩΝ ΕΘΝΙΚΗΣ ΛΥΡΙΚΗΣ ΣΚΗΝΗΣ

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΕΘΝΙΚΗΣ ΛΥΡΙΚΗΣ ΣΚΗΝΗΣ

ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΣΚΗΝΗΣ & ΒΟΗΘΗΤΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ

ΣΚΗΝΗΣ Κ.Θ.Β.Ε.

ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΘΕΑΤΡΟΥ ΣΚΙΩΝ

ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΧΟΡΩΔΩΝ ΕΘΝΙΚΗΣ ΛΥΡΙΚΗΣ ΣΚΗΝΗΣ

Και οι Συνεργαζόμενοι Φορείς

ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΚΗΝΟΘΕΤΩΝ

ΕΝΩΣΗ ΜΟΥΣΙΚΟΣΥΝΘΕΤΩΝ ΣΤΙΧΟΥΡΓΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ

ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΜΟΥΣΟΥΡΓΩΝ

«ΜΙΚΡΟ»ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ

 

ΛΙΛΑ ΚΑΦΑΝΤΑΡΗ

Αγαπητοί Προσκεκλημένοι

Αγαπητοί Φίλοι και Συνάδελφοι

Σας καλοσωρίζουμε και σας ευχαριστούμε που είστε σήμερα εδώ. Μαζί μας βρίσκονται εκ μέρους του ΠΑ.ΣΟ.Κ. η κα Λίνα Μενδώνη απ’ τον τομέα Πολιτισμού του Κόμματος και ο κος Γεράσιμος Αραβανής, Υπεύθυνος Πολιτιστικού τμήματος του Κ.Κ.Ε.

Η Νέα Δημοκρατία μας είχε ειδοποιήσει ότι θα την εκπροσωπούσε ο συνάδελφός μας και βουλευτής του κόμματος Κώστας Καρράς, του στείλαμε όλα τα υλικά, αλλά πριν λίγες ώρες μας ειδοποίησε ότι κάτι άλλο του έτυχε και δεν θα έρθει. Απ’ τον Συνασπισμό μας είπαν ότι θα έρθει ο κύριος Λυκούδης, αλλά για την ώρα δεν ήρθε.

Αγαπητοί Φίλοι.

Ζητάμε συγνώμη για την καθυστέρηση αλλά αυτή οφείλετε στο γεγονός ότι μέχρι πριν λίγο είχαμε την απεργία όλων των μέσων μαζικής μεταφοράς.

 

Η πρόταση για το Προεδρείο είναι:

Λίλα Καφαντάρη Αντιπρόεδρος Σ.Ε.Η.

Βασίλης Κολοβός Πρόεδρος Π.Ο.Θ.Α.

Τάσος Κατοπώδης Μέλος Δ.Σ Ε.Μ.Σ.Ε.

Μιχάλης Παπαδάκης Πρόεδρος Ε.Ε.Τ.Ε.

Δημήτρης Ποντίκας Αντιπρόεδρος Ε.Ε.Σ.

Αντώνης Ποντίκης Πρόεδρος Π.Μ.Σ.

Και για την Επιτροπή Πορισμάτων και Ψηφισμάτων

Λεωνίδας Βαρδαρός Σ.Ε.Η.

Εύα Μελά Ε.Ε.Τ.Ε.

Βασίλης Παρασκευόπουλος Οργανωτική Επιτροπή

Δημήτρης Ποντίκας Ε.Ε.Σ.

Δημήτρης Τουμανίδης Π.Μ.Σ.

Οι δύο Επιτροπές εγκρίνονται Ομόφωνα.

Το λόγο έχει ο Βασίλης Κολοβός Πρόεδρος της Π.Ο.Θ.Α. που είναι και ο πρώτος εισηγητής.

 

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΟΛΟΒΟΣ:

«ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ»

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ Δ.Σ. ΤΗΣ Π.Ο.Θ.Α.

Από τον Πρόεδρο Βασίλη Κολοβό

Αθήνα, 12-13 Δεκέμβρη 2005

Αγαπητοί Προσκεκλημένοι,

Φίλοι και Συνάδελφοι.

Εκ μέρους του Δ.Σ. της Π.Ο.Θ.Α., και των 18 Σωματείων μελών μας, σας καλωσορίζουμε και σας ευχαριστούμε που είστε εδώ. Η επιλογή μας να διοργανώσουμε αυτή την διημερίδα αποτελεί ανάγκη να εκφράσουμε ο κάθε χώρος ξεχωριστά τις ανησυχίες μας που έχουν σχέση και με την επιβίωσή μας, για το που οδηγείται, και κυρίως πως χρησιμοποιείται ο Πολιτισμός σαν συνολική έννοια που αυτός εκφράζει σήμερα στον τόπο μας. Αυτές οι αγωνίες, οι σκέψεις, οι θέσεις που θα ακουστούν αυτές τις δυό μέρες θα περιληφθούν στα τελικά πορίσματα και θα αποτελέσουν την βάση για το Πανελλαδικό Συνέδριο που έχουμε αποφασίσει να πραγματοποιηθεί την άνοιξη του 2006 για τον Πολιτισμό με τη συμμετοχή πνευματικών ιδρυμάτων, προσωπικοτήτων απ’ τη χώρα μας και το εξωτερικό, απ’ τα πνευματικά καλλιτεχνικά Σωματεία απ’ τις παγκόσμιες ομοσπονδίες μας, εργατικά Σωματεία και άλλους φορείς.

Αγαπητοί Φίλοι και Συνάδελφοι.

Οι σαρωτικές ανατροπές που σημειώθηκαν στο μεταίχμιο της τελευταίας δεκαετίας του 20ου αιώνα, χαρακτηρίστηκαν από τους απολογητές του καπιταλισμού και όχι μόνο, ως κοσμογονικές, και συνοδεύτηκαν με πομπώδεις διακηρύξεις περί ελευθερίας, δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το ερώτημα είναι τι καινούργιο γεννήθηκε.

Η πολυδιαφημιζόμενη ελευθερία πήρε τη μορφή διπλής ασυδοσίας. Πρώτη ασυδοσία: Οι ηγετικές δυνάμεις των ΗΠΑ χωρίς πλέον αντίπαλο δέος, αισθάνονται ελεύθερες να επιβάλουν τη δική τους «νέα τάξη πραγμάτων», όπου τα στρατηγικά, γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα της και των στενότερων συμμάχων της το επιβάλλουν καθορίζοντας τις τύχες των λαών όλου του κόσμου. Στη νέα τάξη το διεθνές δίκαιο, η ανεξαρτησία, η εδαφική ακεραιότητα, η κυριαρχία των κρατών και το δικαίωμα των λαών να καθορίζουν όπως θέλουν το μέλλον τους, καταπατούνται και εξευτελίζονται. Για τους σύγχρονους σταυροφόρους βρέθηκε μάλιστα και η αφορμή. Όλα γίνονται στο όνομα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας.

Η δεύτερη ασυδοσία που τη βάφτισαν επίσης ελευθερία είναι, εκείνη του μεγάλου πολυεθνικού κεφαλαίου η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση των μονοπωλίων. Ένας πρωτόγονος καπιταλισμός εξαπολύει κατά μέτωπο γενική επίθεση ενάντια στους εργαζόμενους για να τους αφαιρέσει κατακτήσεις και δικαιώματα που πέτυχαν με πολύχρονους, γεμάτους θυσίες αγώνες. Αισθάνεται να παίρνει τη ρεβάνς όχι μόνο από το σοσιαλισμό, αλλά και από ολόκληρο το εργατικό κίνημα. Στο όνομα της ελευθερίας της αγοράς, της ανταγωνιστικότητας και φυσικά του κέρδους στρέφουν την ιστορία δεκάδες χρόνια πίσω, στην εποχή που οι εργαζόμενοι ήταν ανυπεράσπιστα έρμαια, κι’ αυτό το φοβερό πισωγύρισμα το αποκαλούν εκσυγχρονισμό!

Σε αυτόν τον κόσμο της νέας τάξης και του νεοφιλελευθερισμού έχει τη θέση της και η Ευρωπαϊκή Ένωση, που παραμένει μια προωθημένη μορφή πολιτικο-οικονομικής ολοκλήρωσης. Θα ήταν αυταπάτη να περιμένει κανένας ότι η ενίσχυση της, θα οδηγήσει στη δημιουργία ενός αντίπαλου δέους προς την αμερικάνικη υπερδύναμη, που θα υπερασπίζεται τάχα αρχές και δικαιώματα των λαών. Δεν έχει να προσφέρει τίποτα στους ευρωπαϊκούς λαούς και τον κόσμο ευρύτερα μια Ε.Ε. στρατιωτικοποιημένη, με εκστρατευτικά σώματα και ισχυρή πολιτική εξουσία στο όνομα της απεξάρτησης από τις Η.Π.Α.

Η ανθρωπότητα διαθέτει σήμερα τα μέσα και την ικανότητα να εξασφαλίσει για όλους τους ανθρώπους αξιοπρεπή ζωή, υλική και πνευματική ευημερία. Εκείνο όμως που παρατηρούμε είναι ότι συσσωρεύετε από τη μια ο πλούτος για τους πολύ λίγους, και από την άλλη η αθλιότητα για δισεκατομμύρια ανθρώπους. Ακόμα και στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες πίσω από τη βιτρίνα της ευμάρειας συσσωρεύεται η εξαθλίωση που οδηγεί σε ξεσπάσματα σαν αυτό που παρακολουθούσαμε για βδομάδες στη Γαλλία, ή η τραγωδία στη Νέα Ορλεάνη πριν λίγο καιρό, όπου εκατομμύρια άνθρωποι θύματα του τυφώνα αλλά και της ταξικής πολιτικής εγκαταλείφθηκαν στη μοίρα τους. Και δεν είναι εξαθλίωση μόνο οικονομική. Είναι συνάμα κοινωνική, πνευματική, και πολιτισμική.

Ο πλούτος που παράγεται ως αποτέλεσμα της εργασίας δισεκατομμυρίων ανθρώπων καταλήγει στα θησαυροφυλάκια μιας ομάδας μεγιστάνων. Τα στοιχεία που υπάρχουν επίσημα είναι φοβερά.

 

Αγαπητοί Προσκεκλημένοι.

Φίλοι και Συνάδελφοι.

Αυτή η πολιτική γενικευμένης επίθεσης στους λαούς, δεν θα μπορούσε να αφήσει εκτός τον πολιτισμό, και τους ανθρώπους του. Στη χώρα μας, αυτή η πολιτική γίνεται καθημερινή πράξη τα τελευταία 15-20 χρόνια και από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και τη σημερινή της Νέας Δημοκρατίας. Συγκαλυμμένη ή ανοιχτή, έχει συγκεκριμένο, καθορισμένο και στρατηγικής σημασίας στόχο. Παράλληλα με το χτύπημα των κατακτήσεων του λαού μας, χτυπούν και μας τους ανθρώπους της τέχνης, του λόγου, της πληροφόρησης, θέλουν να μας πάρουν πίσω κατακτήσεις και δικαιώματα, κερδισμένα με αγώνες και αίμα, να μας υποτάξουν, να μας κάνουν πειθαρχημένους, ώστε τα "εθνικά" και υπερεθνικά εργοστάσια, τα σούπερ - μάρκετ της Τέχνης και του "πολιτισμού", να προσφέρουν ανεμπόδιστα στους "πελάτες" τους έτοιμα τυλιγμένα στα αστραφτερά σελοφάν, τα "προϊόντα" της σύγχρονης απρόσωπης μαζικής βιομηχανοποιημένης κουλτούρας του θεάματος. Έχουν στόχο να μας τρομοκρατήσουν, για να αποδεχτούμε αδιαμαρτύρητα την παντοδυναμία του αμερικάνικου πολιτιστικού Ιμπεριαλισμού και τις ανεξέλεγκτες πολιτιστικές βαρβαρότητές του.

Προσπαθούν να ισοπεδώσουν τις βαθύτατες και ανώτατες ανθρώπινες αξίες, που αποτελούν τα ιδιαίτερα πολιτιστικά χαρακτηριστικά, τις προοδευτικές παραδόσεις, τις αξίες που αναπτύχθηκαν στον πολιτισμό κάθε χώρας, τις λαϊκές κατακτήσεις, τα ήθη και έθιμά του, την ιστορική πολιτισμική του μνήμη, την ατομική στάση ζωής, και εν τέλει την εθνική του αξιοπρέπεια. Μέσα σ’ αυτή τη στρατηγική τα μεγάλα μονοπωλιακά συγκροτήματα μαζικής παραγωγής κουλτούρας, παγκοσμίως και στον τόπο μας, χρησιμοποιούν ανοιχτά πλέον το καλλιτεχνικό έργο και τους δημιουργούς του, όχι μόνο για να βγάλουν κέρδος, αλλά και για να διαμορφώσουν τη δική τους πολιτιστική πολιτική, να στήσουν το δικό τους προπαγανδιστικό μηχανισμό, που θα προσανατολίσει λαούς και καλλιτέχνες στη δική τους ιδεολογία, στις δικές τους πολιτιστικές αξίες. Δεν είναι τυχαίο που οι Υπουργοί Πολιτισμού της Ε.Ε. στη συνάντησή τους στη Θεσσαλονίκη το 2003 συμφώνησαν στην κοινή ευρωπαϊκή αγορά, στο κοινό ευρωπαϊκό πολιτιστικό προϊόν, στη διαμόρφωση νομικού και θεσμικού πλαισίου στα μέτρα που θα τους επιτρέπει να προχωρήσουν στην παραπέρα εμπορευματοποίηση της διασκέδασης, της ψυχαγωγίας, στην εκμετάλλευση του ελεύθερου χρόνου, δίνοντας εντολές σε όλες τις κυβερνήσεις στο πλαίσιο της συνθήκης του Μάαστριχτ, να προσαρμόσουν το νομοθετικό πλαίσιο, (ή να το δημιουργήσουν αν δεν υπάρχει) και να προετοιμάσουν κλίμα συνολικής αποδοχής της νέας τάξης και στον πολιτισμό, έτσι που πρώτοι οι ίδιοι οι δημιουργοί και οι καλλιτέχνες να προσαρμόζονται από μόνοι τους σε αυτή την πολιτική, να οδηγούνται σε έναν αυτοέλεγχο, στο τι ακριβώς απαιτεί η εποχή, -δηλαδή τα μονοπώλια- σε μια μορφή αυτολογοκρισίας, και στη συνέχεια αυτή η πολιτική να περάσει και να κυριαρχήσει στους λαούς. Για να περάσει αυτή η πολιτική εντείνεται η προσπάθεια εξαγοράς και ενσωμάτωσης των καλλιτεχνών, και συνειδητά αποσιωπούνται όσοι καλλιτέχνες και δημιουργοί δεν συμβιβάζονται με την τρέχουσα αισθητική και ιδεολογία. Γι’ αυτό το λόγο και βάση σχεδίου Ευρωπαϊκή Ένωση και πολυεθνικές ακολουθούν εκμαυλιστική οικονομική πολιτική στη χρηματοδότηση για καλλιτεχνικές δημιουργίες που εντάσσονται μέσα σε αυτή τη λογική. Με άλλα λόγια φίλοι και συνάδελφοι η νέα τάξη πραγμάτων θέλει να ξαναγράψει την πολιτιστική ιστορία των λαών όχι μέσα απ’ τις πραγματικές ανάγκες κάθε λαού και με κριτήριο την αλήθεια, αλλά στο πλαίσιο του «κοινού» ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Αγαπητοί φίλοι και συνάδελφοι.

Εμείς οι παλιότεροι που ζήσαμε την χούντα, την αποχουντοποίηση, και το ξαναστήσιμο των συνδικαλιστικών μας οργανώσεων, ζήσαμε ταυτόχρονα και τις πολιτιστικές πολιτικές όλων των κυβερνήσεων μέχρι σήμερα. Με τους αγώνες μας, την ορμή μας, την πίστη μας στις συλλογικές διαδικασίες, κατακτήσαμε δικαιώματα, συνθήκες δημιουργίας, υπερασπίσαμε την εθνική μας πολιτιστική ταυτότητα, αποκτήσαμε αξιοπρέπεια, ανάστημα, και σημαντικό ρόλο σαν κοινωνικοί λειτουργοί, στα πολιτιστικά δρώμενα της χώρας μας. Στα χρόνια 1975-1985 διατηρήσαμε, και σε αρκετές περιπτώσεις διευρύναμε αυτές τις κατακτήσεις. Μετά όμως, η λαίλαπα του λαϊκισμού και του αυριανισμού που κυριάρχησε στο ΠΑΣΟΚ, κόντρα στο ΠΑΣΟΚ της μεταπολίτευσης και των πρώτων χρόνων στην εξουσία που φώναζε «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», «λαϊκή κυριαρχία», «ο λαός στην εξουσία», «έξω οι βάσεις του θανάτου», και τόσα άλλα κλεμμένα συνθήματα των αιματηρών αγώνων του λαού μας, που ο ηγετικός του πυρήνας ποτέ δεν πίστεψε και την κατάληξή του την βλέπουμε σήμερα, περάσαμε στις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, στην ποινικοποίηση των αγωνιστικών κινητοποιήσεων, και με εντεταλμένους δικαστές, άρχισαν να εκδίδουν αποφάσεις καρμπόν για καταχρηστικές απεργίες, για αντισυνταγματικές κατακτήσεις, ή αιτήματα των εργαζομένων, για ρετιρέ εργαζομένων, για γαϊδούρια του Αγροτικού συνδικαλιστικού κινήματος, για μιάσματα του παρελθόντος. Λογικό ήταν να έρθει και η σειρά μας. Δεχτήκαμε μετωπική επίθεση, μείωση των πόρων για τον πολιτισμό, στρώθηκε το έδαφος να μπουν οι χορηγοί και οι ιδιώτες στον πολιτισμό, τα προβλήματα των δημιουργών εκρηκτικά, εντάθηκε η προσπάθεια χειραγώγησης, κι όλα αυτά αποτυπώθηκαν με αρνητικό τρόπο στο πολιτιστικό επίπεδο και την πνευματική ζωή του λαού.

Για πρώτη φορά στο χώρο μας μετά από 60 χρόνια εμφανίστηκαν και οι πρώτες απεργοσπαστικές κινήσεις, οι οποίες με την συμπαράσταση της πλειοψηφίας ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ αντικειμενικά οδήγησαν το συνδικαλιστικό κίνημα σε ουρά της κυβερνητικής πολιτικής. Τέτοιο φαινόμενο είχαμε να δούμε από την εποχή του Μακρή και του Θεοδώρου. Μια νέα λογική ήρθε και κάθισε στα μυαλά των συνδικαλιστών. Ο μοναχικός δρόμος. Πολλοί ασπάσθηκαν αυτή τη λογική που λέει:

«Εμείς μόνοι μας χωρίς τους άλλους μπορούμε να λύσουμε τα προβλήματά μας, φτάνει να καλοπιάσουμε, ή ακόμα και να γλύψουμε την εξουσία δίνοντας ως αντιπαροχή το «παύσατε πυρ» δηλαδή τους αγώνες των εργαζομένων».

Μέσα λοιπόν από την μοναχική πορεία και το θανατηφόρο ρουσφέτι «πάρε αυτό αλλά μη μιλάς» άρχισε σιγά – σιγά και λίγο – λίγο να μας παίρνουν πίσω τις κατακτήσεις μας, και έτσι σήμερα να βρισκόμαστε στη ίδια ή και χειρότερη κατάσταση απ’ όπου ξεκινήσαμε πριν από χρόνια.

Αγαπητοί φίλοι και συνάδελφοι.

Τα μεγάλα μονοπώλια διεισδύουν όλο και περισσότερο στις τέχνες και την ψυχαγωγία. Νέα μεγάλα προνόμια χορηγεί η Κυβέρνηση για τη Μουσική, τον Κινηματογράφο, τα Εικαστικά, το θέατρο, το βιβλίο, σε ελάχιστους οικονομικούς Κολοσσούς, όπου το κριτήριο της δραστηριότητας τους είναι το κέρδος, η πολιτική δύναμη, και η διαμόρφωση των συνειδήσεων της νεολαίας και του λαού. Η ποιότητα των Καλλιτεχνικών έργων και προγραμμάτων πέφτει, οι νέοι καλλιτέχνες και δημιουργοί, γενικά το προοδευτικό έργο και ότι δεν κρίνεται εμπορικό δεν βρίσκει το δρόμο της επικοινωνίας με το κοινό λ.χ. το σύγχρονο ελληνικό θέατρο έχει εξοστρακιστεί απ’ τα κρατικά θέατρα. Σήμερα σε πολύ μεγάλο βαθμό, αλλά και στο άμεσο μέλλον ελάχιστοι μονοπωλιακοί όμιλοι θα ελέγχουν ολοκληρωτικά τον πολιτισμό, την πληροφόρηση, τον αθλητισμό, τον ελεύθερο χρόνο συνολικά την οικονομική και πνευματική ανάπτυξη της κοινωνίας. Επιβάλλοντας έναν Πολιτισμό που θα έχει στο επίκεντρο το τζόγο, τα δεκάδες σήριαλ, τις χιλιάδες ώρες ποδοσφαίρου, τα πρωϊνάδικα, τα μεσημεριανάδικα, τις μεταμεσονύχτιες μεταφυσικές και αντιδραστικές εκπομπές, το σκληρό sex και αυτό είναι εξαιρετικά επικίνδυνο για την ίδια την υπόσταση και προοπτική του λαού μας. Μόνο ένα στοιχείο να δώσουμε. Μέσα σε πέντε χρόνια από το 1999 έως το 2004 ο αριθμός των Ελλήνων που δεν διαβάζει τίποτα αυξήθηκε κατά 10%. Έφτασε περίπου το 50 %. Αν σκεφτούμε το τι διαβάζει η κατάσταση είναι ακόμα πιο τραγική.

Αγαπητοί προσκεκλημένοι.

Αγαπητοί Φίλοι και Συνάδελφοι.

Η κατάσταση που επικρατεί στον εργασιακό χώρο των ανθρώπων του πολιτισμού είναι ντροπιαστική. Είναι ντροπή ατομική, ντροπή συλλογική, ντροπή εθνική. Μας αφορά όλους, εκτός από αυτούς που ασκούν την εξουσία, γιατί για αυτούς αποτελεί στρατηγική επιλογή η υποταγή μας, η εξαγορά μας, και στην άρνησή μας, η εξόντωσή μας.

 

Φίλοι και συνάδελφοι.

Στους 20 περίπου μήνες που την εξουσία διαχειρίζεται η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έχουμε στείλει τουλάχιστον δέκα υπομνήματα για προβλήματα που απασχολούν και εμάς, σαν εργάτες του πολιτισμού, αλλά κυρίως προβλήματα που αφορούν συνολικά τον πολιτισμό στη χώρα μας. Ενδεικτικά σας αναφέρουμε τα θέματα:

Σε όλες αυτές τις αγωνιώδεις προσπάθειες μας δέχτηκε ΜΙΑ φορά ο κος Υφυπουργός και μας έστειλαν ΜΙΑ απάντηση, ότι «ένα από τα υπομνήματά μας προωθήθηκε στον κύριο πρωθυπουργό» και δεν αναφέρομαι στα κοινά υπομνήματα με τους άλλους συνεργαζόμενους φορείς.

Φίλοι και συνάδελφοι.

Σήμερα κανένας από μας δεν μπορεί να έχει άλλοθι. Δεν έχουμε παρά μόνο μια επιλογή.

Πρέπει να συνεννοηθούμε μεταξύ μας, να συμπαραταχτούμε, με τους εργαζόμενους, τα Λαϊκά μαζικά κινήματα, τη νεολαία, τις Γυναίκες, να τους πούμε ότι εμείς, οι άνθρωποι του πολιτισμού αποτελούμε αναπόσπαστο κομμάτι του λαού, άνθρωποι διαφορετικών πολιτικών, ιδεολογικών και φιλοσοφικών αντιλήψεων, ότι αρνούμαστε τη λογική, που θέλει την πνευματική και καλλιτεχνική δημιουργία να την ένταξη στην κρεατομηχανή του κέρδους, για να εισπράξει την υπεραξία του δικού μας έργου. Αρνούμαστε γιατί εμείς ξέρουμε και είναι γνωστό και γενικά αποδεκτό ότι ο Πολιτισμός, οι τέχνες αφήνουν βαθιά επίδραση στη ψυχή του ανθρώπου, ασκεί καταλυτική γοητεία γιατί ανταποκρίνεται στις βαθύτερες πνευματικές και ψυχικές αναζητήσεις, ταυτίζεται με την ίδια την ψυχοσύνθεσή του, σμίγει με την ουσία της ζωής και γίνεται κίνητρο, δράση, δημιουργικός οίστρος, σπρώχνει στην τελειοποίηση, στην ηθική και δημιουργική δράση, και μπορεί να αποτελέσει ισχυρό εθνικό, ιδεολογικό αλλά προπάντων ταξικό όπλο πάλης ενάντια στην υποβάθμιση, στην εξάρτηση, και στην ολοκληρωτική επέμβαση από την διεθνοποιημένη βιομηχανία της ιμπεριαλιστικής μαζικής κουλτούρας, αντανακλά και αναπαράγει την πραγματικότητα με τη μορφή της εικόνας, του λόγου, του ήχου, βοηθώντας τον άνθρωπο, μέσο των αισθήσεών του, να κατανοήσει και να διαμορφώσει την κοινωνική του συνείδηση, και αυτό αποτελεί ισχυρό μέσον ατομικής και κοινωνικής γνώσης, μπορεί να γίνει σύμμαχος του ανθρώπου. Επειδή όλα αυτά τα ξέρουν η χρήση που κάνουν στην τέχνη και στους δημιουργούς της, δεν διαφέρει από τη χρήση που κάνουν και στα άλλα μέσα που χρησιμοποιεί σαν εργαλεία για το πέρασμα της πολιτικής του.

Οφείλουμε λοιπόν μέσα στις σημερινές δύσκολες συνθήκες όλοι εμείς οι άνθρωποι της τέχνης που δηλώνουμε παρόν στο ταξικό μετερίζι, να αντιδράσουμε. Οι καλλιτέχνες και δημιουργοί δεν πρέπει να υποκύπτουν στις σειρήνες και να αποδέχονται το ρόλο που τους επιφυλάσσει η άρχουσα τάξη, ρόλο ντελάλη του καπιταλιστικού τρόπου λειτουργίας της κοινωνίας. Από τη στάση του καθένα μας χωριστά, αλλά και συνολικά θα κριθεί και το καλλιτεχνικό μας έργο και η στάση ζωής μας. Αν με το έργο μας και τη συμπεριφορά μας, βοηθάμε τον τελικό στόχο, που δεν πρέπει να είναι άλλος από τον θρίαμβο της αληθινής τέχνης, πάνω στον απολίτικο, κοσμοπολίτικο, διαστρεβλωτικό, αντιλαϊκό, αντιπνευματικό χαρακτήρα της μορφής τέχνης που παράγουν οι πολυεθνικές. Μορφή τέχνης που δεν έχει στο κέντρο τον άνθρωπο είναι αντίπαλος του ανθρώπου. Αληθινή τέχνη είναι εκείνη που συνειδητοποιεί την ανάγκη της αλλαγής, που «ομοψυχοποιεί» το λαό, που συνειδητοποιεί τον αγώνα του, ανοίγει το δρόμο για το μέλλον, φρονηματίζει, και καθοδηγεί την αγωνιζόμενη τάξη, το λαό, το έθνος.

Σήμερα που το κοινωνικό σύστημα αντιμετωπίζει βαθιά και αξεπέραστη κρίση μόνο η Τέχνη που αγωνίζεται για τη συντριβή του, για ένα καλύτερο μέλλον, για ελευθερία και δικαιοσύνη είναι αληθινή τέχνη.

Αγαπητοί Φίλοι και Συνάδελφοι.

Όσο και αν πασχίζουν να μας πείσουν, όσο και αν φαντάζει στα μάτια του λαού ανίκητο το τέρας της εφιαλτικής νέας τάξης πραγμάτων, και η νεοφιλελεύθερη θύελλα, όσο και αν η σημερινή κυβέρνηση απαξιώνει τους δημιουργούς και εμπορευματοποιεί τον πολιτισμό, όσο και αν θέλει να μας τρομοκρατήσει ο παρανοϊκός πλανητάρχης που αναμασάει και αναπαράγει ναζιστικά πρότυπα και θεωρίες όπως «όποιος δεν είναι μαζί μου είναι εναντίον μου» αυτός που συνομιλεί κατευθείαν με το Θεό, και ο Θεός του δίνει εντολές να σφαγιάζει τους λαούς, δεν πρέπει να μας απογοητεύσουν, δεν πρέπει να μας υποτάξουν και να μας ενσωματώσουν. Είναι βέβαιο αν κάποιος παρατηρήσει προσεχτικά το γύρισμα του τροχού της ιστορίας, θα διαπιστώσει ρωγμές που κάθε μέρα μεγαλώνουν, έχουμε υποχρέωση απέναντι στο λαό και στον πολιτισμό, να συμβάλλουμε με το έργο μας και τους αγώνες μας ώστε να αποκρουστεί αυτή η πολιτική Ο λαός μας το αισθάνεται, και εμείς το ξέρουμε. Τίποτα στην ιστορία δεν μένει ακίνητο.

Η εισήγηση είναι ομόφωνη του Δ.Σ. της Π.Ο.Θ.Α.

Σας ευχαριστούμε.

 

ΛΙΛΑ ΚΑΦΑΝΤΑΡΗ

Δεύτερος εισηγητής ο Πρόεδρος του Ε.Ε.Τ.Ε. Μιχάλης Παπαδάκης.

 

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ:

Επιμελητήριο Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας

ΕΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ και ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Στην κοινή γνώμη σήμερα (και δυστυχώς σ’ αυτό συμμετέχει και μια ισχυρή ομάδα καλλιτεχνών) υπάρχει η πεποίθηση ότι η Τέχνη ταυτίζεται με την παραγωγή προϊόντων που οφείλουν να ικανοποιήσουν το υποκειμενικό γούστο, τόσο στο επίπεδο της κατανάλωσης, όσο και της δημιουργίας. Ή ότι καταγράφει τα γεγονότα της ατομικής ή κοινωνικής μνήμης είτε ως νοσταλγία είτε για να τα κριτικάρει. Υπάρχει επίσης η άποψη ότι η Τέχνη αφορά τη διαχείριση του ελεύθερου χρόνου μας, το διάλειμμα στον κάματο και το δικαίωμα στο όνειρo… Ή ότι, τέλος πάντων, είναι ένα καταναλωτικό προϊόν που γεμίζει τον ατομικό χρόνο ως “διαφυγή” από τα προβλήματα της καθημερινότητας… της κοινωνικής μας ζωής!

Πάνω σ’ αυτή τη διαστρέβλωση είναι που περνάει η επιβολή του μαζικού γούστου (μόδα) που με τη σειρά του γίνεται πηγή πλουτισμού γι’ αυτούς που το διαχειρίζονται και “εργαλείο” που αποξενώνει τις μάζες από τα κριτήρια πρόσληψης των δημιουργημάτων της Τέχνης.

Αυτό, όμως, που με επιμέλεια κρύβεται είναι ότι η Τέχνη αποτελεί μια νομοτελειακά καθορισμένη (εξαναγκαστική) στιγμή για τη γνώση στη διαδικασία του ανθρώπου να κατανοήσει τον κόσμο του, προκειμένου να τον αλλάξει. Ότι, δηλαδή, μέσω της Τέχνης ο άνθρωπος έρχεται σε αισθητηριακή επαφή με τις γενικές/ουσιαστικές αλήθειες, που δεν είναι άμεσα ορατές, αλλά συγκροτούν την ουσία του κόσμο του.

Η Τέχνη από μόνη της δεν αλλάζει τον κόσμο. Δημιουργεί όμως το αντιληπτικό υπόβαθρο όπου μόνο πάνω σ’ αυτό μπορεί να αναπτυχθεί η γνώση, τα μέσα και η πράξη της αλλαγής του κόσμου.

Η Ζωγραφική και η Γλυπτική εμφανίζονται πριν από 40.000 χρόνια ως δραστηριότητα του homo sapiens (από τον οποίο έχουμε την ευθεία καταγωγή). Εκείνη την εποχή, ο homo sapiens, έχοντες μόλις μεταναστεύσει από πιο εύκρατα κλίματα, συνυπάρχει με τον άνθρωπο του Νεάντερταλ για 4.000 χρόνια περίπου, πριν ο τελευταίος εξαφανιστεί για πάντα.

Σε μια περίοδο κατά την οποία η μισή Ευρώπη καλύπτεται από παγετώνες, είναι επόμενο ο ανταγωνισμός των δύο ομάδων να οξύνεται κατά περιόδους. Παρ’ όλα αυτά οι ανταλλαγές σε εργαλεία και προϊόντα είναι αποδεδειγμένες από τα ευρήματα. Έχουν το ίδιο επίπεδο γνώσης για τα εργαλεία. Είναι επίσης αποδεδειγμένο ότι ο homo sapiens αναπτύσσει αυτή την περίοδο τη Ζωγραφική (βραχογραφίες) και τη μικρογλυπτική, την οποία ανταλλάσσει μόνο στις κοινότητες της ομάδας του. Ο άνθρωπος του Νεάντερταλ, όπως αποδεικνύουν τα ευρήματα, έμεινε αδιάφορος για αυτά τα νέα προϊόντα…

Η σκέψη των επιστημόνων σήμερα κατευθύνεται στη θεωρεία ότι αυτή η διαφορά (στα μέχρι τώρα ευρήματα δεν έχει βρεθεί ούτε άλλη διαφορά ούτε άλλη αιτία) έδωσε το προβάδισμα στο homo sapiens για να βγει “νικητής”.

Η εμφάνιση της Ζωγραφικής και της Γλυπτικής (1 εκατ. χρόνια τουλάχιστον μετά τη χρήση της φωτιάς και του εργαλείου) σηματοδοτεί το συνειδητό πέρασμα της σκέψης στην περιοχή της αφαίρεσης και των συμβόλων. Με την Τέχνη η σκέψη αξιοποιεί το υλικό που της παρέχει η εμπειρική δημιουργία και χρήση του εργαλείου, το οποίο αποτελούσε για ένα πολύ μακρύ χρονικό διάστημα και την πρώτη αντικειμενική μορφή της αφαίρεσης. Στη βάση αυτής της αφαίρεσης που εκπροσωπούσε το εργαλείο, η σκέψη με τη βοήθεια της Τέχνης δημιουργεί τις δικές της αφαιρέσεις ως “εργαλεία” της δικής της πλέον ανάπτυξης. Μ’ αυτό τον τρόπο η Τέχνη γίνεται το θεμέλιο στοιχείο στην εξέλιξη της γνώσης μέχρι και σήμερα, και έτσι και του πολιτισμού μέχρι και τις μέρες μας.

Μέσα στις νοητικές εικόνες, που ο Άνθρωπος δημιουργεί κοινωνικά με την Τέχνη και τις Επιστήμες για τα πράγματα, ανιχνεύει/σκέφτεται τις δυνατότητες που υπηρετούν τις ανάγκες του. Τα εργαλεία του (και τα εργαλεία της σκέψης του) διευρύνουν τις δυνατότητές του να ικανοποιήσει αυτές τις ανάγκες και να δημιουργηθούν καινούριες.

Οι Εικαστικές Τέχνες, σ’ αυτή τη διαδικασία παίζουν έναν ενεργητικό ρόλο, και όχι μόνο. Παίζουν έναν ρόλο μπροστάρη, αν θέλετε, και υπάρχουν αποδείξεις γι’ αυτό.

Οι Εικαστικές Τέχνες, ως κοινωνική λειτουργία ιστορικά, δεν απεικονίζουν το παρελθόν, ούτε τα γεγονότα και τα συναισθήματα της σχέσης μας με αυτά, ούτε ασχολούνται με τα υποτιθέμενα προσωπικά οράματα μιας ατομικής ευαισθησίας. Πολύ περισσότερο δεν προσπαθούν να ικανοποιήσουν το γούστο ούτε του συλλογικού ούτε του ατομικού καταναλωτή, όπως θέλει να τις καταντήσει η μόδα.

Οι Εικαστικές Τέχνες δουλεύουν πολύ σκληρά για να αναδιοργανώνουν την αντιληπτική εικόνα του Ανθρώπου. Ενσωματώνουν διαρκώς τα νέα δεδομένα που δημιουργούν οι Επιστήμες και η κοινωνική πράξη στις κοινωνικές σχέσεις, και να ανιχνεύουν τις μη ορατές ακόμη αλήθειες παράγοντας μια νέα εικόνα, που τις αποτυπώνει. Μ’ αυτό τον τρόπο εμπνέουν τις Επιστήμες και την κοινωνική πράξη προς το μέλλον. Αυτό είναι η δημιουργική συμβολή τους και στη σύγχρονη ιστορία του homo sapiens. Το στοιχείο που του δίνει το προβάδισμα. Αυτό το “προβάδισμα”, που στη σύγχρονη ιστορία πρέπει να αποκτήσει ενάντια στον εαυτό του!!

Αυτή η δύναμη της Τέχνης στην εξέλιξη της κοινωνίας μας είναι που σε μια ανταγωνιστική κοινωνία, στη μάχη για κυριαρχία, είναι ανάγκη να χειραγωγηθεί.

Η πράξη της χειραγώγησης της Επιστήμης και των προϊόντων της μας φαίνεται αυτονόητη, όπως και η χειραγώγηση των παραγωγικών δυνάμεων στις κοινωνίες μας. Δεν χρειάζεται πολύς κόπος να το αποδείξει κανείς. Συνδέονται άμεσα με τη δύναμη της κυριαρχίας.

Είναι όμως το ίδιο εύκολο να αποδείξει κανείς ότι η χειραγώγηση της Τέχνης δίνει το “προβάδισμα” για την κυριαρχία;

Η Τέχνη από μόνη της είναι ένα αίτημα για την ελευθερία της δημιουργικής σκέψης, και ταυτόχρονα ένα αίτημα για την ελεύθερη οργάνωση των μέσων με τα οποία η κοινωνία συλλογικά δημιουργεί το μέλλον της, χωρίς να υποτάσσεται σε σκοπιμότητες συμφερόντων, που ιστορικά όχι μόνον δεν την εκφράζουν, αλλά την καταστρέφουν.

Δεν είναι τυχαίο που το Σύνταγμα (άρθρο 16) αναφέρει την Τέχνη μαζί με την Επιστήμη και την Παιδεία ως τις κοινωνικές λειτουργίες που πρέπει να έχουν την προστασία της πολιτείας, προκειμένου να διασφαλιστεί η προαγωγή τους και η ποιοτική τους υπόσταση. Θα ήταν δύσκολο να μην το αναγνώριζε αυτό. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι αυτό το γενικό πλαίσιο μόνιμα αμφισβητείται και νοθεύεται από νόμους και χειρισμούς των μέχρι τώρα κυβερνήσεων.

Η παρούσα κυβέρνηση ταυτίζει την ελευθερία της Τέχνης (της Επιστήμης και της Ανώτατης Παιδείας) με την λεγόμενη ελευθερία της αγοράς. Της αγοράς της μόδας του καταναλωτικού προϊόντος.

Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι ο πολιτισμός ως οικονομικός επενδυτικός τομέας είναι ο δεύτερος σε μέγεθος μετά τους εξοπλισμούς. Ως εκ τούτου είναι αυτονόητο ότι τα ολίγα μονοπώλια που κυριαρχούν στην παγκόσμια αγορά παίζουν κυρίαρχο ρόλο και σ’ αυτόν το τομέα. Το franchise μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο έχει γίνει το ασφυκτικό καθεστώς στα μουσεία μοντέρνας και σύγχρονης Τέχνης, όπως και στους άλλους πολιτιστικούς τομείς.

Τα ερωτήματα που τίθενται για τη σύγχρονη πολιτική ηγεσία, είναι:

1) Είναι δυνατόν να ονομάζεται «πολιτιστική πολιτική» αυτή η πολιτική που υποτάσσει τη δημιουργική δραστηριότητα, την ιστορικά προσδιορισμένη, σε οικονομικά συμφέροντα που μετατρέπουν τη δημιουργία σε παραγωγή προϊόντων κατανάλωσης, δηλαδή εμπορευματοποιούν την Τέχνη;

2) Πώς συνδέεται/ταυτίζεται το ιστορικό δικαίωμα της κοινωνίας να χρησιμοποιεί τις δημιουργικές της δυνάμεις ελεύθερα για να δημιουργεί το μέλλον της, με τον οικονομικό ανταγωνισμό των ιδιωτικών συμφερόντων μιας μικρής κοινωνικής ομάδας;

3) Ποια είναι η πολιτική σας για την εδραίωση και περιφρούρηση των θεσμών της ελευθερίας της εικαστικής δημιουργίας, ώστε να αντιστοιχεί στη φύση της και να σταματήσει η παρούσα παρά φύση κατάσταση της κυριαρχίας της αγοράς που εξοντώνει τη δημιουργικότητα;

4) Πώς είναι δυνατόν μια εθνική πολιτιστική πολιτική να αναγορεύει την αγορά σε κριτή των καλλιτεχνών/δημιουργών;

5) Μπορεί να υπάρχει εθνική πολιτιστική πολιτική που δεν προστατεύει κοινωνικά τους δημιουργούς, ώστε να είναι σε θέση να υπηρετούν ελεύθερα από οικονομικές ή πολιτικές εξαρτήσεις την ευθύνη τους προς το κοινωνικό σύνολο;

Τα αιτήματα του Ε.Ε.Τ.Ε. για τη διασφάλιση της απασχόλησης των Εικαστικών Καλλιτεχνών στην Παιδεία, τα δημόσια καλλιτεχνικά έργα, τη διακόσμηση των δημόσιων κτιρίων και τη διασφάλιση του ασφαλιστικού-συνταξιοδοτικού τους και, τέλος, την εύρυθμη λειτουργία των θεσμών, είναι αιτήματα για την ελευθερίας της καλλιτεχνικής δημιουργίας και του ρόλου που αυτή πρέπει να παίξει στην εξέλιξη της κοινωνίας μας.

 

ΛΙΛΑ ΚΑΦΑΝΤΑΡΗ

Το λόγο έχει ο Αντιπρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών Δημήτρης Ποντίκας

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΝΤΙΚΑΣ:

Είμαι Αντιπρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών και θα μου επιτρέψετε να μιλήσω ελεύθερα χωρίς κείμενο, θα μιλήσω από καρδιάς γιατί τα ντέρτια που έχουμε εμείς οι σκηνοθέτες είναι πάρα πολλά.

Ο κλάδος μας οι σκηνοθέτες αντιπροσωπεύει μια μοναδικότητα, έχουμε ποσοστό ανεργίας που ξεπερνάει το 90%. Αυτοί που εργάζονται μόνιμα είναι τα γνωστά ονόματα και ο υπόλοιπος κλάδος πεθαίνει και μάλιστα κηδεύεται χωρίς λεφτά.

Άρχισα έτσι την ομιλία μου για να τονίσω τα προβλήματα που έχουμε. Θα διαβάσατε πρόσφατα, αλλά και σήμερα γράφουν οι εφημερίδες για ένα νομοσχέδιο που αφορά τον Κινηματογράφο. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες, θα πω μόνο, ότι το ΥΠ.ΠΟ. μας το έδωσε την Τετάρτη και μας παρακάλεσε να το συζητήσουμε την Κυριακή, δηλαδή σε 4 μέρες. Αυτή η ενέργεια μου θυμίζει ένα στίχο της Κικής Δημουλά που λέει ότι:

«Το τίποτα υποσχέθηκε στο κάτι να του κάνει μια καλύτερη τιμή και αυτό το ανόητο το πίστεψε».

Δυστυχώς αυτή είναι η μόνιμη αντιμετώπιση εδώ και χρόνια από το ΥΠ.ΠΟ σε μας τους σκηνοθέτες. Το 1963 από ένα δολάριο που πήγαινε στον Πολιτισμό στην Αμερική, τώρα πηγαίνουν δέκα χιλιάδες δολάρια. Βλέπετε λοιπόν ότι μια επένδυση ενός δολαρίου στη δεκαετία του ’60 αποφέρει τώρα 10 χιλιάδες δολάρια. Τίποτα δεν είναι τυχαίο, όταν πάτε να δείτε μια ταινία, η μυρωδιά του φρέσκου ποπ κορν σας παίρνει και τελικά η ταινία είναι παρελκόμενο ενός περιβάλλοντος, ενός χώρου που κάθε άλλο παρά τέχνη είναι. Οι Έλληνες σκηνοθέτες το έχουνε δει αυτό, προσπαθούμε, δεν είμαστε απαισιόδοξοι, αγωνιζόμαστε και ελπίζουμε να καταφέρουμε τελικά αυτά τα λίγα πράγματα που θεωρούμε απαραίτητα.

1ον Να μην μας ελέγχει το κράτος. Δε λέμε ότι το κράτος είναι κατάρα. Το θέλουμε το κράτος, αλλά το θέλουμε αρωγό, το θέλουμε βοηθό.

Δεν το θέλουμε εξουσιαστή, δεν το θέλουμε κομματικό ποδηγέτη. Θέλουμε ένα κράτος που να δουλεύει χωρίς γραφειοκρατία και να βοηθάει το δημιουργό. Εδώ τώρα γίνεται το αντίθετο. Εδώ το ελληνικό κέντρο κινηματογράφου είναι σαν το ίδρυμα Φορντ. Αυτό κάνει, μας ελέγχει. Ξέρετε ότι η αγωνία του καλλιτέχνη είναι πως θα κάνει την ταινία του και πολλές φορές το δίλημμά του είναι τι να κάνει για να μπορέσει να κάνει την ταινία του και εκεί αρχίζουν οι υποχωρήσεις. Ευτυχώς η Εταιρεία Ελλήνων Σκηνοθετών, όλοι μας έχουν την ευτυχία να έχουμε έναν ικανό Πρόεδρο το Χάρη Παπαδόπουλο και σαν Δ.Σ νοιαζόμαστε για όλα τα μέλη μας, και ακολουθούμε μια αυτόνομη πολιτική, χωρίς κομματικές διακρίσεις για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση και γενικά για τον Πολιτισμό.

Ζητάμε πολύ απλά πράγματα. Ζητάμε να εφαρμοστεί το 1,5% που ψηφίστηκε πριν από μερικά χρόνια και που λέει ότι αυτό το ποσοστό από τα ακαθάριστα έσοδα της τηλεόρασης θα κρατείται και θα επενδύεται στις ελληνικές ταινίες. Μέχρι τώρα κανένα ιδιωτικό κανάλι δεν έβαλε ούτε μια δραχμή. Παρ’ όλα αυτά 0,3% για τα ιδρύματα τυφλών το πληρώνουν και το πληρώνουν γιατί ο νόμος λέει ότι αν δεν το πληρώσουν θα πάνε φυλακή. Έτσι λοιπόν δεν έχουμε έσοδα, όλοι υπόσχονται και κανένας δεν κάνει τίποτα και πως μπορεί να γίνει ταινία χωρίς χρήματα, να γιατί ο σκηνοθέτης σε όλη του τη ζωή καταναλώνει όλες τους τις δυνάμεις στους διαδρόμους στις τράπεζες να βρει χρήματα και αν τα βρει και αρχίσει την ταινία είναι εξουθενωμένος.

2ον Θέλουμε εκπαίδευση που να φτιάχνει μόνο στελέχη από μια ανωτάτου επιπέδου σχολή, αλλά να διαμορφώνει και θεατές, σε ένα πλέγμα δημοτικών αιθουσών, σε ένα πλέγμα μουσείων, που αυτά διαμορφώνουν από μικρή ηλικία τους θεατές.

Πως είναι δυνατόν να υπάρχει ταινία χωρίς θεατές. Σε μια ταινία τρία στοιχεία υπάρχουν σενάριο, θεατής και χρήμα αυτά είναι τα απαραίτητα, αλλά χωρίς θεατή ταινία δεν γίνεται. Ένα άλλο στοιχείο που θέλουμε απ’ την πολιτεία είναι να προσπαθήσει να βοηθήσει με φορολογικά μέτρα αυτά που όλα τα κόμματα της εξουσίας μας έχουν υποσχεθεί, αλλά δεν έκαναν τίποτα.

Φαίνεται, δεν ξέρω αλλά μάλλον έχουν συνηθίσει να λένε ψέματα. Αυτά ως αναφορά τον Κινηματογράφο. Σας διαβεβαιώνω όμως ότι η τέχνη του κινηματογράφου σε πείσμα οποιονδήποτε αντιπάλων θα επιβιώσει και οι Έλληνες Σκηνοθέτες έχουν αποδείξει ότι η μοναδική προβολή της χώρας είναι ο κινηματογράφος. Σας υπενθυμίζω για να καταλάβετε ότι στη δεκαετία του ’60 το ελληνικό κράτος αναμορφώθηκε από την φορολογία δημοσίων θεαμάτων. Από αυτή τη φορολογία έγιναν σχολεία, νοσοκομεία, δρόμοι, τα πάντα. Με την έλευση της τηλεόρασης ο κινηματογράφος υποβιβάστηκε. Για τους Έλληνες σκηνοθέτες η τηλεόραση είναι ένας χώρος επιβίωσης. Αλλά εμείς ξέρουμε ότι δεν είναι απλά η επιβίωση, είναι και το βασικό εργαλείο για τη διαμόρφωση του πολιτισμού.

Η τηλεόραση και δω θέλω μια απάντηση από τα κόμματα της εξουσίας γιατί επιτρέψαν την τηλεόραση να φύγει απ’ τον πολιτισμό και να πάει στη σύγχρονη τεχνολογία. Η κυρία Βίβιαν Ρόντιν υπεύθυνη Επίτροπος ηγείται του τομέα της τηλεόρασης αλλά η τηλεόραση ακούστε είναι στη σύγχρονη τεχνολογία δηλαδή στην κοινωνία της πληροφορίας, δεν είναι στον πολιτισμό. Και τώρα έρχομαι στην ΕΡΤ. Σαράντα πέντε χιλιάδες ώρες εκπέμπει πολιτιστικό πρόγραμμα από τα τρία κανάλια συν το δορυφορικό συν τα ραδιόφωνά της και ερωτώ 45 χιλιάδες ώρες πολιτιστικού προγράμματος και δεν μπορούν να απορροφήσουν τους Έλληνες σκηνοθέτες; Ε, πως γίνεται αυτό. Έχει δυό χιλιάδες διακόσιους δημοσιογράφους. Κάνουν πολιτισμό οι δημοσιογράφοι; Και όμως Κύριοι, οι Δημοσιογράφοι κάνουν πολιτισμό, το βλέπουμε κάθε μέρα, διαμορφώνουν αισθητική θα μου πείτε πως. Είναι πολύ απλό. Η εικόνα έχει τεράστια δύναμη, έχει κατ’ αρχήν το τεκμήριο της αλήθειας, σας υπενθυμίζω ότι η τηλεόραση έχει τη δυνατότητα να ανακυκλώνει μια είδηση, έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει ένα πρότυπο. Φαντάζεστε λοιπόν αυτή η τηλεόραση της σύγχρονης ψηφιακής τεχνολογίας που ανήκει στην κοινωνία της πληροφορίας να μην έχει καμιά σχέση με τον πολιτισμό. Ε, λοιπόν εμείς οι Έλληνες σκηνοθέτες δεν το δεχόμαστε αυτό. Η τηλεόραση έχει άποψη, θέση, έχει άποψη και πρέπει να είναι το σημαντικό μέρος της κοινωνίας γύρω απ’ την αισθητική και τον πολιτισμό.

Λένε ότι μια σωστή τηλεόραση μπορεί μέσα σε έξι μήνες να ανορθώσει όλα τα πολιτιστικά πράγματα μιας χώρας και να διαμορφώσει καινούργιους χαρακτήρες. Αυτό έχει αποδεχτεί, ότι επί 17 συνεχόμενες στιγμές αν προβάλεις ένα πρόσωπο καθημερινά σε διαφορετικές ώρες τότε αυτό το πρόσωπο όσο αντιπαθές και αν είναι γίνεται συμπαθές. Αναζητήστε πρότυπα που στο παρελθόν έχουν προβληθεί π.χ. στην Αμερική ο Σίμψον ο μαύρος που καταδικάστηκε αλλά τελικά αθωώθηκε για όσους θυμούνται, ή εδώ στη χώρα μας ο Παπαχρόνης και άλλοι που έχουν καταδικαστεί για ειδεχθή εγκλήματα έγιναν συμπαθής. Έχει τη δυνατότητα να το επιβάλει αυτό η τηλεόραση. Εμείς ξέρουμε τη δύναμη της τηλεόρασης για αυτό λέμε εκμεταλλευτείτε τα θετικά της τηλεόρασης και όχι μόνο τα αρνητικά. Θα μπορούσα να πω πολλά ακόμα για την τηλεόραση και τον κινηματογράφο, αλλά θα τελειώσω πάλι με ένα στίχο της Κικής Δημουλά που είναι η αγαπημένη μου ποιήτρια που λέει «ο πολιτισμός είναι μια πανάκριβη υπόθεση, ναυλώνεις έναν ολόκληρο κόσμο για να κάνεις τελικά το γύρω μιας βάρκας».

Σας ευχαριστώ πολύ.

 

ΛΙΛΑ ΚΑΦΑΝΤΑΡΗ: Το λόγο έχει ο εκπρόσωπος του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου κος Σωκράτης Καμπουρόπουλος.

 

ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΑΜΠΟΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ «ΒΙΒΛΙΟ & ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ» ΕΚΕΒΙ

Χαιρετίζουμε τη Διημερίδα και το προεδρείο της Π.Ο.Θ.Α.

Θα ήθελα να πω ότι θεωρώ την παρουσία μου στη Διημερίδα αυτή ένα οργανωτικό μάλλον σφάλμα. Γιατί στη θέση μου πραγματικά πιστεύω ότι θα έπρεπε να είναι οι Έλληνες Συγγραφείς. Υπάρχουν αρκετές δραστήριες ενώσεις συγγραφέων, υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερις που μπορώ να αναφέρω, όπως η Εταιρεία Συγγραφέων με Πρόεδρο τον κο Θανάση Βαλτινό με την ιδιότητά του και ως Προέδρου του Κέντρου Κινηματογράφου, η πρώτη ιστορικά, η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών με πρόεδρο τον κο Παύλο Ναθαναήλ, η Εθνική Εταιρεία Συγγραφέων με Πρόεδρο τον κο Μόσχο και βεβαίως η Εταιρεία Συγγραφέων Θεσσαλονίκης με Πρόεδρο τον κο Τηλέμαχο Αλαβέρα.

Επίσης εγώ δεν εκφράζω πολιτικά το ΕΚΕΒΙ, εγώ είμαι στέλεχος του ΕΚΕΒΙ και είμαι υπεύθυνος για τις μελέτες του, είμαι υπεύθυνος για το λεγόμενο παρατηρητήριο του βιβλίου. Ακριβώς με αυτή την ιδιότητα σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να σας μεταφέρω μερικά στοιχεία που θα σας φαινόντουσαν ενδιαφέροντα.

Ύστερα από αυτές τις εισαγωγικές διευκρινίσεις, αρχίζω λέγοντας ότι το βιβλίο θεωρητικά είναι πολιτιστικό και μορφωτικό αγαθό, δηλαδή εντάσσεται σαφώς στον πολιτισμό, εντάσσεται όμως και στην παιδεία με την έννοια ότι δεν μπορεί να υπάρξει παιδεία και γνώση χωρίς βιβλίο και χωρίς ανάγνωση. Με αυτή την έννοια ήταν πάντα και στη δικαιοδοσία δύο Υπουργείων, του Υπουργείου Πολιτισμού και του Υπουργείου Παιδείας. Επίσης αν εστιάσουμε περισσότερο στην πολιτιστική διάσταση του βιβλίου θα πρέπει να πούμε ότι βιβλίο και πολιτισμός σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις είναι πραγματικά συγκοινωνούντα δοχεία, για πράγματα που μεταξύ τους επικοινωνούν απολύτως. Ο κος Κολοβός προηγουμένως αναφερόμενος σε έρευνες που έκανε το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου το 1999 και το 2004 είπε ότι το ποσοστό των ανθρώπων που δεν άνοιξαν βιβλίο αυξήθηκε κατά 10% και έφτασε το 55%. Δυστυχώς οι δείκτες δεν είναι πολύ ενθαρρυντικοί και για τις υπόλοιπες πολιτιστικές δραστηριότητες, πολιτιστικές πρακτικές όπως τις λέμε και θα σας διαβάσω ενδεικτικά από την έρευνα της VPRC του 2004 ότι το 62% των Ελλήνων πολιτών διότι η έρευνα ήταν αντιπροσωπευτική σε όλη την Ελλάδα και σε όλες τις ηλικίες, δεν πήγε ούτε μία φορά το χρόνο κινηματογράφο, το 83% δεν πήγε στο θέατρο, το 90% δεν παρακολούθησε κάποια συναυλία ας πούμε κλασσικής μουσικής το 89% δεν επισκέφτηκε μουσείο ή πινακοθήκη στη χώρα και το 84% δεν επισκέφτηκε κάποιον από τους αρχαιολογικούς χώρους. Μερικά από αυτά τα ακούσατε από μια έρευνα που ανακοινώθηκε πρόσφατα από τη ΜΕΤΡΟΝ ΑΝΑΛΥΣΙΣ στο περιοδικό HI LIGHTS, πάλι τα αποτελέσματα ήταν εξίσου αποκαρδιωτικά θα μπορούσαμε να πούμε.

Πρέπει επίσης να πω ότι σύμφωνα με τις αναλύσεις και τις έρευνες που έχουμε κάνει, τις μετρήσεις δηλαδή, οι βιβλιόφιλοι είναι άνθρωποι που παρά τις προσδοκίες που θα έλεγε κανείς ότι αυτοί που είναι πραγματικά βιβλιοφάγοι άνθρωποι του βιβλίου ή γράφουνε, ή διαβάζουνε πάρα πολύ θα ήταν κλισμένοι στο σπίτι τους είναι ακριβώς το αντίθετο δηλαδή αγαπούν τον κινηματογράφο, το θέατρο είναι πολύ περισσότερο συμμέτοχοι σε όλες τις δράσεις του πολιτισμού πλην της τηλεόρασης. Η τηλεόραση δηλαδή που κι αυτό το έχετε διαβάσει στις έρευνες, η τηλεθέαση έχει ύψος ρεκόρ στη χώρα μας. Δηλαδή περίπου 3,5 ώρες τη μέρα κατά μέσο όρο κατά πολίτη έχει φτάσει η τηλεθέαση στη χώρα μας. Για τους ανθρώπους που διαβάζουν έστω και στοιχειωδώς, οτιδήποτε όχι μόνο πολλά βιβλία αλλά και λίγα βιβλία, είναι 1,5 ώρα αυτός ο δείκτης. Επομένως πράγματι φαίνεται ότι η ενθάρρυνση της πολιτιστικής συμμετοχής το οποίο είναι ένα θέμα κοινωνικής δημοκρατίας σε μια χώρα, αφορά όλους τους κλάδους του πολιτισμού. Δεν θα σας πως ποιες είναι οι πολιτικές που προσπαθεί να χαράξει το ΕΚΕΒΙ. Το ΕΚΕΒΙ φτιάχτηκε το 1995, το 1994 ως νομικό πρόσωπο και το 1995 συστάθηκε, έχει μια ζωή δέκα ετών. Θα σας πω στο τέλος τι κάνει για να αντιμετωπίσει αυτά τα προβλήματα που φαίνονται και διαπιστώνονται από τις έρευνες που διοργανώνει.

Θα ήθελα όμως μια και μιλάμε για το χώρο των δημιουργών να σας αναφέρω μερικά στοιχεία από μια έρευνα που κάναμε το 2001 για την επαγγελματική κατάσταση των Ελλήνων Συγγραφέων και Μεταφραστών. Στην έρευνα αυτή έλαβαν μέρος 434 συγγραφείς οι οποίοι ήταν καταξιωμένοι συγγραφείς, όχι δόκιμοι, δεν ήταν πρωτοεμφανιζόμενοι, είχαν ήδη βγάλει πολλά βιβλία. Οι πλειοψηφία τους στην ηλικία ήταν άνω των 55 ετών και ήταν άνθρωποι που είχαν μια παρουσία στο χώρο. Μάλιστα ήταν και μοιρασμένοι ανάμεσα σε πεζογράφους και ποιητές. Θα μου πείτε από πού προέκυψε το δείγμα των συγγραφέων, προέκυψε από τις Εταιρίες που σας ανέφερε πριν, από τα μέλη των Εταιριών και με ένα κριτήριο καταξίωσης, να έχουν βγάλει από έναν αριθμό βιβλίων και πάνω. Το 60% των συγγραφέων αυτών φάνηκε ότι ήταν μέλη επαγγελματικών ενώσεων που όμως δεν φαινόταν ότι ήταν ευχαριστημένοι με τις δραστηριότητες που κάνανε αυτές οι ενώσεις. Τι θα ήθελαν να κάνουν περισσότερο οι ενώσεις; Προβολή του βιβλίου στο κοινό, υποστήριξη των συγγραφέων και διασφάλιση των πνευματικών δικαιωμάτων. Στην ερώτηση έχετε ασχοληθεί με άλλη εργασία πλην της συγγραφής; Το 65% είπε ναι, το 35% όχι. Αλλά προσοχή εδώ, δεν σήμαινε ότι το 35% ήταν άνθρωποι που ζούσαν από το βιβλίο, μέσα σ’ αυτούς ήταν και οι συνταξιούχοι. Ακούστε λίγο παρακάτω για να καταλάβετε πως διαμορφώνεται το τοπίο αυτό. Από το 65% των καθιερωμένων αυτών συγγραφέων που είπαν ότι ασχολούνται με κάποια άλλη εργασία και όχι με το γράψιμο, το 1/3 δήλωσαν ότι η εργασία τους αυτή είναι τελείως άσχετη με το γράψιμο. Το 1/3 ήταν διορισμένοι κυρίως στη μέση εκπαίδευση ή στην ανώτατη. Και το 1/3 είχαν μια δραστηριότητα συναφή με το συγγραφιλίκι που όμως ήταν ή μεταφραστές ή αρθρογράφοι στον τύπο ή κριτικοί ή επαγγελματίες αναγνώστες σε εκδοτικούς οίκους ή επιμελητές διορθωτές. Στην ερώτηση ποια είναι η κύρια πηγή του εισοδήματός σας, μόνο το 14,8% έλεγε ότι η κύρια πηγή του εισοδήματός του ήταν από τη συγγραφή. Άλλο ένα 15 σύνολο 30% με τις συναφείς εργασίες και το 70% πολύ μεγάλο ποσοστό έλεγε ότι η πηγή του εισοδήματός του είναι από πράγματα άσχετα τελείως με το γράψιμο και τη γραφή του βιβλίου. Περνάμε στο θέμα της ασφάλισης. Δεν βρήκαμε πολλούς συγγραφείς από αυτούς τους 434 που σας είπα που να είναι παντελώς ανασφάλιστοι. Μόνο 5,5% ήταν ανασφάλιστοι, δηλαδή 24 στους 434. Όμως είδαμε ότι το 70% ήταν ασφαλισμένοι από εργασίες που δεν είχαν καμία σχέση με το γράψιμο. Όσοι ήταν καθηγητές είχαν την ασφάλιση του καθηγητή, όσοι ήταν στο δημόσιο τομέα είχαν την ασφάλιση του δημοσίου. Στη ερώτηση, υπογράφετε συμβόλαια για τα πνευματικά σας δικαιώματα με τους εκδότες; Συνήθως το 81% υπογράφει. Πόσο είναι το ποσοστό των πνευματικών δικαιωμάτων; Μέχρι 50% λένε, το 87%. Μα υπάρχει ένας νόμος για τα πνευματικά δικαιώματα που ορίζει ότι το ποσοστό των πνευματικών δικαιωμάτων είναι από 15% και πάνω. Μάλλον από το 10% και πάνω. Η επόμενη ερώτηση είναι γνωρίζετε τα δικαιώματά σας; Πόσο καλά θεωρείτε ότι γνωρίζετε τα δικαιώματά σας σε σχέση με τα συμβόλαια, τα δικαιώματα, τη διάρκεια του συμβολαίου; Το 57% δηλώνει πλήρη άγνοια. Παρόλα αυτά όταν καλούνται οι συγγραφείς να δηλώσουν τα θέματα για την κρατική πολιτική τα οποία έχουν προτεραιότητα γι’ αυτούς, δηλώνουν σαφώς ότι τα θέματα της σύνταξης, της περίθαλψης κλπ είναι σημαντικά, αλλά τα σημαντικότερα είναι η προώθηση και προβολή του βιβλίου, ενίσχυσης των μεταφράσεων και προβολής του ελληνικού βιβλίου στο εξωτερικό.

Μία κρατική πολιτική που προσπαθεί να ενισχύσει τον πολιτισμό σαφέστατα οφείλει να ενισχύει τους δημιουργούς του. Είναι σημαντικό ένα βήμα που έγινε προς αυτή την κατεύθυνση, ήταν η δημιουργία του Οργανισμού Συλλογικής Διαχείρισης Έργων του Λόγου, ο οποίος είναι ένας οργανισμός συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων, εισπράττει ένα τέλος από τα φωτοτυπικά μηχανήματα και το φωτοτυπικό χαρτί. Επίσης όταν δημιουργήθηκε αυτός ο οργανισμός προβλέπονταν να εισπράττει ένα τέλος και από το χαρτί των υπολογιστών το οποίο αποδίδει στη συνέχεια στους εκδότες, στους κατόχους πνευματικών δικαιωμάτων εκδότες, συγγραφείς, μεταφραστές στους πνευματικούς δημιουργούς. Η δραστηριότητα αυτού του οργανισμού έχει προχωρήσει έχει οργανωθεί έχει καταφέρει να εγκαταστήσει αυτόν τον εισπρακτικό οργανισμό του και σίγουρα είναι ενθαρρυντική για το μέλλον. Δηλαδή τα ποσά που διανέμονται, σε λίγο θα γίνει η διανομή για τα βιβλία που εκδόθηκαν το 2004, είναι πια σημαντικά ακόμα και για τους ανθρώπους όχι μόνο ως συνολικά ποσά αλλά και κατά μερίδα.

Αναφέρεται μια κριτική στην εμπορευματοποίηση και στην καταναλωτική κοινωνία. Σαφέστατα όμως θα πρέπει όπως είπε και ο κος Ποντίκας και θεατές. Επειδή εγώ ασχολούμαι και με τις κινηματογραφικές προβολές του ΕΚΕΒΙ εδώ και έξι χρονιά, βιβλίο και κινηματογράφος, και έχουμε δημιουργήσει επίσης ένα βήμα προβολής σημαντικών ελληνικών ταινιών που βασίζονται σε λογοτεχνικά έργα μια πολύ ωραία κινηματογραφική λέσχη συνεχίζεται και φέτος με το κέντρο κινηματογράφου, είναι κάθε Κυριακή στον Απόλλωνα, είχαμε μια συζήτηση πριν από μερικές μέρες με την κα Φωτεινή Σισκοπούλου η οποία έκανε μια πολύ ωραία ταινία πάνω σε ένα διήγημα του Ντοστογιέφκι η οποία ήταν Σάββατο απόγευμα στα Εξάρχεια και η οποία μόλις είχε λάβει την είδηση ότι στην απογευματινή προβολή του κινηματογράφου ΦΙΛΙΠ, ήταν ένας από τους δύο κινηματογράφους που είχαν την ταινία της, έκοψαν μόνο έξι εισιτήρια, μιας ταινίας που ήταν η πρώτη εβδομάδα που παιζόταν και βεβαίως υπήρχε μια πολύ μεγάλη κατήφεια, λίγο πριν από το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Επομένως θέλουμε το κοινό, θέλουμε τους θεατές, θέλουμε τους αναγνώστες. Δεν γίνεται αλλιώς.

Οφείλει να υπάρχει στήριξη των δημιουργών, αλλά οφείλει να υπάρχει και ένα δεύτερο στοιχείο, η τόνωση της παραγωγής μέσω της ζήτησης, που προσπάθησε να κάνει το ΕΚΕΒΙ όταν πρωτοφτιάχτηκε. Δηλαδή αντί να δίνουμε χρήματα στους εκδότες να βγάζουν βιβλία είναι προτιμότερο να δημιουργήσουμε αναγνώστες, να τονώσουμε το ενδιαφέρον για το βιβλίο στους αναγνώστες και μέσω αυτού να στηριχτεί η παραγωγή, δηλαδή μέσα από την ενίσχυση της ζήτησης. Γι’ αυτό το ΕΚΕΒΙ κάνει όλες αυτές τις δράσεις που κάνει, φυσικά μπορεί να γίνει πολύ κριτική για το τι γίνεται, για να τονώσει το ρόλο του βιβλίου στην κοινωνία και να το διαδώσει σε ευρύτερα στρώματα, να διαδώσει το ενδιαφέρον για το βιβλίο. Είτε μιλάμε για το παιδικό βιβλίο, είτε μιλάμε για τα έργα του Νίκου Καζαντζάκη, ή για τα έργα του Γιώργου Θεοτοκά.

Βεβαίως υπάρχουν οι δράσεις για να προωθήσουμε το ελληνικό βιβλίο στο εξωτερικό και σ’ αυτό έχει ασκηθεί πάρα πολύ μεγάλη κριτική, ξαναλέω δεν εκφράζω πολιτικά το ΕΚΕΒΙ αλλά πρέπει να πω ότι η βασική ιδέα για μένα έχει ενδιαφέρον και η βασική ιδέα είναι ότι είμαστε μια μικρή γλώσσα, αντίθετα με τα εικαστικά ή τη μουσική που είναι πολιτιστική παραγωγή που απευθύνεται σε εκατομμύρια ανθρώπους, διότι δεν μεσολαβεί το εμπόδιο της γλώσσας, στο βιβλίο και στα γράμματα μεσολαβεί. Δηλαδή ένας Έλληνας συγγραφέας ο οποίος γράφει απευθύνεται σε 10 – 11 εκατομμύρια ανθρώπους, άντε να βάλουμε και τη διασπορά που δεν διαβάζει τα ελληνικά, όλο και λιγότερο. Ενώ ένας Άγγλος συγγραφές απευθύνεται σε δισεκατομμύρια ανθρώπους. Να σπάσουμε λοιπόν αυτό το γλωσσικό φράγμα είναι ένας τρόπος και να διεθνοποιήσουμε το κοινό των Ελλήνων λογοτεχνών. είναι ένας τρόπος να τους ενισχύσουμε και εισοδηματικά αλλά και ηθικά.

Ευχαριστώ πολύ, θα είμαι στη διάθεσή σας.

 

ΛΙΛΑ ΚΑΦΑΝΤΑΡΗ: Το λόγο έχει ο κος Δημήτρης Τουμανίδης,

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΟΥΜΑΝΙΔΗΣ

μέλος του Πανελληνίου Μουσικού Συλλόγου.

«ΜΟΥΣΙΚΗ» ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ -ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΟΥΜΑΝΙΔΗΣ:

Η ΑΣΚΟΥΜΕΝΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Όπως αναφέρει και η εισήγηση της Π.Ο.Θ.Α., οι σαρωτικές ανατροπές που σημειώθηκαν στην τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα, με αντίστοιχο δραματικό τρόπο οι αλλαγές αυτές επηρέασαν και τον χώρο της Μουσικής στο επίπεδο της αισθητικής και της επαγγελματικής έκφρασης.

Οι πολιτικές που εκπορεύονται από την Ε.Ε. και υλοποιούνται από τις κυβερνήσεις του δικομματισμού είναι οι πρώτες υπεύθυνες που είχαν και έχουν σαν συνέπεια, αφ’ ενός μεν το συνδικαλιστικό κίνημα να χάσει σημαντικό έδαφος προς την υπεράσπιση των λαϊκών δικαιωμάτων και των κατακτήσεων των εργαζομένων στα προηγούμενα χρόνια, αφ’ ετέρου όλες οι μορφές Τέχνης έχουν εισπράξει ένα ισχυρό χτύπημα για τους γνωστούς λόγους.

Ο χώρος της μουσικής ακολούθησε την ίδια αρνητική εξέλιξη με αποτέλεσμα η συνολική κατάσταση των Δημιουργών και Εκτελεστών στο επίπεδο της δημιουργίας και το επίπεδο ζωής να έχει φτάσει στο απροχώρητο και δυστυχώς η κατάσταση που ζούμε, η επίθεση που αντιμετωπίζουμε, δεν είναι απλά «μια μπόρα» που θα περάσει.

Έτσι, πρέπει το κίνημα των Καλλιτεχνών με μπροστάρη την Π.Ο.Θ.Α., να ανασυνταχτεί σε «θέση μάχης» με κύριο χαρακτηριστικό τη μαζικοποίηση, τη συσπείρωση, τη διαρκή επίθεση και αντίσταση, και μαζί με όλο το μαζικό λαϊκό κίνημα της χώρας να συμπορευτούμε ως το τέλος.

Ο Πανελλήνιος Μουσικός Σύλλογος, στη κατεύθυνση αυτή, «ακονίζει» τα όπλα του και ατσαλώνει βαθμιαία τη συνείδηση των μελών του για να συμβάλλει όσο γίνεται καλύτερα στην υπόθεση αυτή, της συσπείρωσης και της διαρκούς πάλης.

Η εικόνα που δίνουν άλλωστε τα παρακάτω στοιχεία δεν αφήνουν περιθώριο για αναμονές, εφησυχασμούς, ή «άσε, βλέπουμε».

Η Μουσική Τέχνη στη χώρα μας, ως συνοπτική εικόνα είναι: έχουμε τις 3 Κρατικές Ορχήστρες που ανήκουν στο Υπουργείο Πολιτισμού (Κ.Ο.Α., Κ.Ο.Θ., Ο.Ε.Λ.Σ.), τα Μουσικά Σύνολα των Δήμων, τις 2 επιχορηγούμενες από το Υπουργείο Πολιτισμού Ορχήστρες (Χρωμάτων και Κ.Ο.Ε.Μ.) καθώς και τα Μουσικά Σύνολα της Ε.Ρ.Τ.

Τα 3 μεγάλα Κρατικά Σύνολα στη δεκαετία του ’90, οχυρώνονται θεσμικά με τους νόμους για τη μονιμοποίηση, τη μονοθεσία και τη θέσπιση ειδικού μισθολογίου για τα μέλη τους. Ενώ όλα δείχνουν ότι αυτή η μεγάλης σημασίας νομοθετική πράξη θα ξεκαθάριζε το τοπίο τόσο θεσμικά όσο και λειτουργικά, τελικά δείχνει να παραμένει μία κίνηση που έμεινε στον αέρα. Οι λόγοι που μας οδηγούν σε αυτό το συμπέρασμα είναι ότι σε όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν δεν υπήρξε η πολιτική βούληση να υποστηριχθεί η αρχική προσπάθεια εδραίωσης των καλλιτεχνικών και θεσμικών μορφών και δομών λειτουργίας.

Έτσι ενώ διαμορφώθηκε μια νέα αντίληψη για τη λειτουργία και θεσμοθέτηση Κρατικών Μουσικών Συνόλων και φαινόταν ότι αυτή θα επικρατούσε σαν μορφή για όλα τα Μουσικά Σύνολα της χώρας, έμεινε χωρίς συνέχεια. Το συγκεκριμένο μοντέλο περιθωριοποιήθηκε και έγινε η εξαίρεση στον κανόνα.

Αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης αδιαφορίας, απαξίας και υποβάθμισης των ρόλων και του έργου των Κρατικών Ορχηστρών είναι, σήμερα, να μην διαθέτουν ούτε τις πλέον απαραίτητες υποδομές που απαιτούνται για την λειτουργία τους.

Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών έχει ένα ακατάλληλο χώρο για πρόβες ο οποίος μάλιστα διαφημίστηκε από τον προηγούμενο Υπουργό Πολιτισμού ως η τελευταία λέξη της τεχνολογίας της ακουστικής.

Η Κρατική Ορχήστρα της Θεσσαλονίκης πληρώνει μηνιαίο ενοίκιο για τη χρησιμοποίηση των αιθουσών του Μεγάρου Μουσικής της πόλης.

Όσο δε για τη Λυρική, όλοι γνωρίζουμε το τεράστιο πρόβλημα που έχει στο κτιριακό.

Συγχρόνως με την υποβάθμιση εισβάλλει στο χώρο ο Ιδιωτικός Τομέας πλήττοντας αφ’ ενός μεν το Δημόσιο χαρακτήρα τους, δημιουργώντας δε τραγελαφικές καταστάσεις όπως: η λειτουργία Ειδικού Ταμείου Οργάνωσης Συναυλιών που είναι Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου και αναλαμβάνει τη διοργάνωση των Συναυλιών ενός Δημόσιου Φορέα!!! Αντίστοιχα είναι ο εργοδότης του μη μόνιμου προσωπικού της Ορχήστρας το οποίο έχει αρχίσει και πολλαπλασιάζετε, μιας και η κάλυψη των κενών οργανικών θέσεων πολύ δύσκολα καλύπτετε με μόνιμο προσωπικό.

Αντίστοιχα, στα άλλα Μουσικά Σύνολα των Δήμων και της Ε.Ρ.Τ., η υποβάθμιση είναι σε τέτοιο βαθμό που πλέον μπορούμε να λέμε ότι εκφράζετε με σαφήνεια η πολιτική βούληση «τα Σύνολα αυτά να διαλυθούν», να ιδιωτικοποιηθούν δηλαδή.

Τα Σύνολα της Ε.Ρ.Τ., λειτουργούν πάνω από 12 χρόνια με Συμβασιούχους που πληρώνονται γύρω στις 170.000 δρχ. το μήνα, με ανύπαρκτο προγραμματισμό που όταν υπάρχει παίζει το ρόλο Δημοσίων Σχέσεων για τους παράγοντες του Οργανισμού.

Στους Δήμους έχουμε μία τεράστια ανομοιογένεια στον τρόπο λειτουργίας των Μουσικών Συνόλων, πράγμα που δείχνει ότι δεν υπάρχει κεντρική πολιτική για το θέμα. Σε όσους μεγάλους Δήμους της χώρας έχουν γίνει θετικές ενέργειες (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Βόλος), είναι ασυντόνιστες και χωρίς συνέχεια. Αποτέλεσμα, κάθε νέα Δημοτική Αρχή να ξανά βάζει όλα τα ζητήματα της Πολιτιστικής πολιτικής του Δήμου της από την αρχή, φτάνοντας μέχρι και του σημείου διάλυσης Μουσικών Συνόλων με μακρόχρονη προσφορά και ιστορία.

Παράδειγμα για τα παραπάνω, αποτελεί και ο Δήμος της Αθήνας, ο Πειραιάς παλαιότερα, όπου με την ανάληψη της νέας Δημοτικής Αρχής διαλύθηκαν τα Μουσικά Σύνολα του Δήμου, ανατρέποντας προσπάθειες χρόνων για πολιτιστική προσφορά ποιότητας στους Δημότες της Αθήνας. Το ίδιο συμβαίνει και στη Θεσσαλονίκη όπου τα Σύνολα του Δήμου (Φιλαρμονική και Ορχήστρα), αφήνονται στη τύχη τους με τη μη στελέχωσή τους με μόνιμο προσωπικό.

Συγχρόνως, το ιδιωτικό κεφάλαιο «εισάγεται» μεγαλοπρεπώς στους Δήμους και στη λειτουργία τους. Βασικοί τομείς λειτουργίας όπως και ο τομέας της καθαριότητας ιδιωτικοποιούνται ενώ η πολιτεία εξοπλίζει και νομικά τους Δήμους προς αυτή τη κατεύθυνση με το νέο κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που δίνει τη δυνατότητα να μετατραπούν Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου σε Ιδιωτικού καθώς και με το νομοσχέδιο για τη σύμπραξη Ιδιωτικού και Δημόσιου Τομέα που δίνει πλέον τη δυνατότητα σε Ιδιώτες να αναλαμβάνουν έργα σε Δήμους και να πληρώνονται απ’ ευθείας από τους Δημότες. Αυτό φυσικά, δεν μπορεί να αφήσει ανεπηρέαστα τα Μουσικά Σύνολα των Δήμων τα οποία πλήττονται πλέον ευθέως από την ιδιωτικοποίηση.

Φυσικά, από την ίδια πολιτική της υποβάθμισης και του σπρωξίματος της μουσικής δημιουργίας στη βιομηχανία του θεάματος, δεν θα μπορούσε να είναι έξω τα επιχορηγούμενα από το Υπουργείο Πολιτισμού Μουσικά Σύνολα. Ειδικά η Ορχήστρα των Χρωμάτων, βιώνει μία ξεκάθαρη πολιτική διάλυσης από το Υπουργείο Πολιτισμού, τεράστια καθυστέρηση που πολλές φορές φτάνει ως και 1 χρόνο της προϋπολογισμένης χρηματοδότησης, βάζοντάς την ανοιχτά πια στη λογική ή του χορηγού ή στη μετατροπή της σε μια Ορχήστρα που θα δραστηριοποιείται μόνο στην επέτειο θανάτου του ιδρυτή της Μάνου Χατζηδάκη.

Η Κρατική Ορχήστρα Ελληνικής Μουσικής, η οποία έτυχε τόσο μεγάλης αποδοχής από το Ελληνικό κοινό, έχει αρχίσει ξανά να έχει δραστηριότητα μετά από ένα τεράστιο διάστημα πλήρους παύσης της λειτουργίας της. Λόγος της παύσης και εδώ, η μη καταβολή της χρηματοδότησης από το Υπουργείο Πολιτισμού. Δυστυχώς για το συγκεκριμένο Σύνολο, το Υπουργείο δεν αντιλαμβάνεται την αναγκαιότητα της ύπαρξής του και το συνδέει μόνο με το πρόσωπο του Καλλιτεχνικού του Διευθυντή.

Ο Πανελλήνιος Μουσικός Σύλλογος, σε αντίθεση με όσα συμβαίνουν, θέλοντας να υπάρχουν λύσεις, έχει θέσει ένα πάγιο αίτημα προς την Πολιτεία εδώ και χρόνια. Τη δημιουργία ενός συντονιστικού οργάνου μεταξύ των συναρμόδιων Υπουργείων, ώστε αυτό να καθορίζει την πολιτική του κράτους στο χώρο της Μουσικής Τέχνης. Αυτό θα έχει σαν στόχο τον ξεκάθαρο καθορισμό ενιαίας πολιτικής του κράτους και την αποφυγή προβλημάτων που μπορεί να δημιουργεί η πολυδιάσπαση αρμοδιοτήτων.

Για παράδειγμα, η μεταφορά της αρμοδιότητας της Μουσικής Εκπαίδευσης από το Υπουργείο Παιδείας στο Υπουργείο Πολιτισμού, δημιούργησε ένα τεράστιο χάος το οποίο έχει σαν αποτέλεσμα να μην υπάρχει Δημόσια Εκπαίδευση, να μην υπάρχει Μουσική Εκπαίδευση ανώτατης Βαθμίδας, ούτε καν διαβάθμιση των ήδη υπαρχόντων Πτυχίων των Ωδείων. Ακόμη, οι συνάδελφοι που εργάζονται στα νυχτερινά κέντρα σε αντίξοες συνθήκες και ανθυγιεινό περιβάλλον για την υγεία τους με πρόσθετο, το κλίμα τρομοκράτησης εργάζονται με μισθούς πείνας και στην ουσία ανασφάλιστοι.

Επίσης λόγω της πολυμορφίας της επαγγελματικής πρακτικής, μελετάμε να δημιουργήσουμε αντίστοιχες Συλλογικές Συμβάσεις, σε κάθε χώρο και είδος παραγωγής Μουσικού Έργου που είναι

που βασικό στοιχείο τους θα είναι η διαδικασία αυτή να γίνει η πιο προωθημένη αφορμή για να κατακτηθεί βήμα – βήμα η μαζικοποίηση που περιγράψαμε πιο πάνω, για πιο αποτελεσματική δράση και την ουσιαστική συμβολή του Πανελλήνιου Μουσικού Συλλόγου στο παν-καλλιτεχνικό κίνημα.

Από την άλλη, το κράτος διαμορφώνει μια ενιαία πολιτική ανοίγματος δρόμου στη βιομηχανία του θεάματος και του ελεύθερου χρόνου. Χρηματοδοτεί κατά κύριο λόγο την ανάπτυξη του Μεγάρου Μουσικής και την διαχείρισή του την παραδίδει σε ιδιωτικά συμφέροντα. Μειώνει τα κονδύλια για τον Πολιτισμό ενώ συγχρόνως αυξάνει την επιχορήγηση του παραπάνω Ιδιωτικού Φορέα. Χρηματοδοτεί μέσω των Δήμων Ιδιωτικές Εταιρίες πραγματοποίησης εκδηλώσεων, ξοδεύοντας τεράστια ποσά ενώ συγχρόνως υποβαθμίζει τα δικά του μέσα απαξιώνοντάς τα.

Με δεδομένο και τις εξελίξεις σε Πανευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς και τις αποφάσεις της Συνόδου Υπουργών Πολιτισμού στην Θεσσαλονίκη το 2003, βλέπουμε με σαφήνεια να διαμορφώνεται μια πολιτική παράδοσης του χώρου της Μουσικής Τέχνης στις ανάγκες της αγοράς και κατά συνέπεια στη λογική της βιομηχανίας του θεάματος και στην πρακτική των μάνατζερς.

Όπως όλοι καταλαβαίνουμε, οι παραπάνω αρνητικές εξελίξεις θα διαμορφώσουν από την αρχή την ιστορία και την αντίληψη της κοινωνίας μας για την Τέχνη έξω από την ανάγκη εξέλιξής της.

Είμαστε ανήσυχοι για τις εξελίξεις, οι οποίες πιστεύουμε θα είναι τραγικές, και αυτός είναι ο σημαντικότερος λόγος για τον οποίο πιστεύουμε ότι πρέπει από όλους τους ανθρώπους της Τέχνης να δημιουργηθεί ένα μέτωπο που θα αντισταθεί στις επερχόμενες εξελίξεις με στόχο την υπεράσπιση των κατακτήσεων της κοινωνίας μας και από το επίπεδο της Τέχνης. Ευχαριστώ πολύ.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΟΛΟΒΟΣ: Συνάδελφοι οι εργαζόμενοι στο Εθνικό Θέατρο έχουν Γενική Συνέλευση, αν έρθουν αργότερα θα τους δώσουμε το λόγο.

 

ΛΙΛΑ ΚΑΦΑΝΤΑΡΗ: Για την Εθνική Λυρική Σκηνή θα μιλήσει η κα Μηλιοπούλου Μαρία εκ μέρους του Συλλόγου Χορευτών Εθνικής Λυρικής Σκηνής.

 

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΧΟΡΕΥΤΩΝ ΕΘΝΙΚΗΣ ΛΥΡΙΚΗΣ ΣΚΗΝΗΣ

ΜΑΡΙΑ ΜΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ

Το Λυρικό μας Θέατρο υπήρξε ίσως μια από τις ελάχιστες ελεύθερες φωνές, που είχαν απομείνει στην τότε σκλαβωμένη Ελλάδα, μια ηλιαχτίδα στην ζοφερή νύχτα της κατοχής, μια μορφή αντίστασης κατά του σκοταδισμού και του αφανισμού, που η ιστορία μας θα πρέπει κάποτε να μνημονεύσει και να καταγράψει. Κατά συνέπεια, κάθε βεβιασμένη και απερίσκεπτη πράξη, που στρέφεται κατά του Λυρικού μας θεάτρου και του θεσμού του, νομίζω ότι αποτελεί βεβήλωση. Το Ελληνικό Μελόδραμα και στη συνέχεια η Ε.Λ.Σ. προσέφεραν υψηλές αρετές και υπηρεσίες στη πολιτιστική ζωή και παράδοση του τόπου μας, τα τελευταία εκατό και πλέον χρόνια….

(Επίτομη Ιστορία Ελληνικού μελοδράματος και Ε.Λ.Σ. 1888-1988 Μ. Ράπτης).

Μέσα στους κόλπους της Ε.Λ.Σ., από την πρώτη στιγμή της ίδρυσης της το 1939, συμπεριλήφθηκε και μια ακαθόριστη ομάδα χορευτών, που προϋπήρχε και συμμετείχε ήδη στα χορευτικά, - εμβόλιμα-, των παραστάσεων του Βασιλικού Θεάτρου, δομώντας έτσι το μπαλλέτο Όπερας . Το μπαλλέτο εκείνο, αν και σε δεύτερη μοίρα, σε σχέση με τον προγραμματισμό μελοδραμάτων, γεγονός που σήμαινε την οικονομική του υποβάθμιση, δεν έπαψε να παίζει σημαντικό ρόλο ενίοτε και πρωταγωνιστικό, στη ζωή του Λυρικού μας θεάτρου, από την πρώτη κιόλας στιγμή. Οι χορευτές του παρουσιάζονταν εκατοντάδες φορές σε πολύπλοκους ρόλους, ατέρμονες χρονιές, μπροστά σ’ ένα κοινό, που τους αποθέωνε και τους λάτρευε. Από το 1943-44 ξεπηδούν ηγετικές μορφές και εξέχουσες προσωπικότητες, συμβάλλοντας έτσι στην συνέχιση και την ανάπτυξή του.

Πέρα από την συμβολή τους σε μια ποιοτική ψυχαγωγία, γίνονται και οι πρωταγωνιστές στη γαλούχηση και επιμόρφωση του κοινού, από τους σπουδαιότερους Έλληνες Συνθέτες του 20ου αιώνα, εφ’ όσον πολλά από τα έργα τους ανεβάζονται ως μπαλλέτο.

Πράγματι το μπαλλέτο αποτελεί πηγή έμπνευσης την περίοδο του 1965 παρουσιάζοντας έργα του Παλλάντιου (ΟΝΕΙΡΟ 65-66-67) και του Γ. Σισιλιάνου (Ταναγραία και Μάγισσα).

Το ίδιο την περίοδο 1977-78, όπου γίνεται καταλύτης , δίνοντας διέξοδο στην Ελληνική Δημιουργία, με έργα Καλομοίρη, Ιάνη Ξενάκη (Αντίχθων), Θεοδωράκη (Καπετάν Ανδρέας Ζέπος, Μυθολογία, Ηλέκτρα) και Χατζηδάκη. Την ίδια εποχή παρουσιάζεται και ο Ζορμπάς, που συνεχίζει να αποτελεί στις μέρες μας το δημοφιλέστερο εξαγώγιμο προϊόν.

Παρουσιάζεται ακόμα, ένα νέο όνομα Έλληνα συνθέτη του Β. Παπαθανασίου, με το πασίγνωστο «Πύρινο Άρμα» υπό μορφή μπαλλέτου την περίοδο 83-85 και 87-88. Με αφορμή το μπαλλέτο οι Αθηναίοι είχαν την ευκαιρία ν’ακούσουν τα «Δέκα Σπίτια» για έγχορδα, την «Σονατίνα» και Παραλλαγές σ’ ένα δημοτικό τραγούδι του Ν.Σκαλκώτα την περίοδο 84-85 και 97-98.

(Ιστορικά στοιχεία του Μάρκου Τσέτσου, Αρχιμουσικού μουσικολόγου, λέκτορα Αισθητικής της Μουσικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ,Ανδρέα Ρικάκη κριτικού-ιστορικού τέχνης).

Όλα αυτά τα χρόνια, το μπαλλέτο πάλεψε με αντίξοες συνθήκες, με χαμηλότατες αμοιβές και παρόλα αυτά κατάφερε να επιβιώσει , ν’ αναπτυχθεί και να βρει την ταυτότητά του. Προσπάθειες αναβίωσης κλασσικών έργων ξεκίνησαν το 1983 με την «Ζιζέλ» και τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια το βάρος ρίχνεται στο κλασσικό και νεοκλασικό ρεπερτόριο, αφού εκείνη η ομάδα, η χούφτα των χορευτών, έχει εξελιχθεί σ’ ένα πολυμελές μπαλλέτο 60 ατόμων.

Επίσης συμμετέχει με δικές του παραγωγές σε κάθε σαιζόν του Θεάτρου, έχοντας αποκτήσει κατά κάποιο τρόπο ένα είδος αυτονομίας, δείχνοντας έτσι την προσαρμοστικότητά του και την τεχνική του επάρκεια ακόμα και σε μοντέρνες χορογραφίες. Με τον τρόπο αυτό, συνεχίζει να συμβάλλει στην πολιτιστική ζωή του τόπου με πείσμα και αγάπη, προσφέροντας ανώτερη μορφή ψυχαγωγίας, αλλά και καλλιέργειας στο κοινό, που έχει ανάγκη να μυηθεί σε χώρους, που του διασφαλίζουν την ποιότητα στην τέχνη .

Κατά την ταπεινή μας γνώμη σ’ αυτή την 60χρονη, παράλληλη με την όπερα, πορεία και δράση του χορευτικού σώματος του Θεάτρου ,θα μπορούσε να δημιουργηθεί μέχρι και ‘παράδοση’, όπως παράδοση δημιούργησε και η Βασιλική Όπερα του Λονδίνου μέσα σε 35 χρόνια. Ίσως, γιατί πάντα σκοντάφτουμε στην αδυναμία μακρόχρονων σχεδιασμών μ’ οτιδήποτε συνεπάγεται τον πολιτισμό, που δυστυχώς συντηρείται με ευλάβεια από τις εκάστοτε κυβερνήσεις.

Ίσως, γιατί ο πολιτιστικός σχεδιασμός επάγεται την βαθιά γνώση του αντικειμένου και κυρίως την ύπαρξη οράματος. Ένα όραμα, που δεν μπορεί να επαφίεται στα προσωπικά όνειρα και στόχους ή σκοπούς μιας προσωπικότητας, όσο πεφωτισμένης και αν είναι. Αλλά είναι κυρίως ευθύνη του Κράτους, να θεσμοθετήσει και ν’ αναπτύξει αυτό, που άντεξε στη διάρκεια των χρόνων, έστω και φυτοζωώντας κατά περιόδους, προσφέροντας στο κοινωνικό σύνολο, ποιότητα, καλλιέργεια, μύηση σ’ ένα πνευματικό χώρο, γνωριμία με Έλληνες μουσουργούς και καλλιτέχνες, προωθώντας και στηρίζοντας την Ελληνική δημιουργία και κουλτούρα, αλλά εκπαιδευόμενο και στους μεγάλους μουσουργούς του παγκοσμίου στερεώματος. Το μπαλλέτο της Ε.Λ.Σ. ήταν σαν μια δέσμη φωτός στα ζοφερά πολεμικά, κατοχικά και μεταπολεμικά χρόνια της πατρίδας μας, μια φωτεινή παρουσία στην πολιτιστική ζωή του τόπου μας τα 60 αυτά χρόνια.

Γιατί άραγε δεν θα έπρεπε να έχει την πλήρη υποστήριξη του κράτους;

Π Ρ Ε Π Ε Ι να τύχει το μπαλλέτο υψηλής προσοχής, για να συνεχίσει να παράγει το υψηλού επιπέδου προϊόν του, αλλά δομημένο πάνω σε κανόνες δικαίου, σε γενικές αρχές σύμφωνες με τις αρχές της Δημοκρατίας μας και όχι στην Αρχή ενός και μόνο ανδρός περιφρουρημένο από την αταξία, την ιδιοποίηση και το σφετερισμό.

Σας ευχαριστώ.

 

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΧΟΡΩΔΩΝ ΕΘΝΙΚΗΣ ΛΥΡΙΚΗΣ ΣΚΗΝΗΣ

ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΣΑΜΑΡΤΖΗΣ

Αγαπητοί φίλοι και συνάδελφοι.

Είναι μεγάλη μας τιμή και χαρά η συμμετοχή μας σε μία διημερίδα που αφορά την τέχνη και τον πολιτισμό , σε μια εποχή που οι αρχές και οι αξίες αλλοιώνονται καθημερινά με ταχύτατους ρυθμούς. Πρώτη φορά μας δίνεται η ευκαιρία σαν Σωματεία της Ε.Λ.Σ να εκφράσουμε τις σκέψεις μας, τους προβληματισμούς μας , κι αν θέλετε φυσικά, και τις προτάσεις μας για τα μεγάλα προβλήματα του μοναδικού Λυρικού μας Θεάτρου, που σχετίζονται άμεσα με την πορεία του πολιτισμού στην Ελλάδα. Η κοινή Ευρωπαϊκή πολιτιστική γραμμή που αποφασίστηκε στη Θεσσαλονίκη το 2003, θα οδηγήσει στην σταδιακή έκπτωση και τελμάτωση του πολιτισμού μας. Τη στιγμή αυτή που μιλάμε, βρίσκονται σε εξέλιξη γεγονότα πρωτοφανή στο χώρο του Λυρικού μας Θεάτρου, που κλονίζουν τα θεμέλια του πολύτιμου αυτού θεσμού, δημιουργώντας ταυτόχρονα εργασιακή ανασφάλεια και ψυχικό μαρασμό στους εργαζόμενους. Η αδικαιολόγητη καθυστέρηση της αντικατάστασης του Καλλιτεχνικού Διευθυντή από την ηγεσία του ΥΠΠΟ, δημιούργησε σωρεία προβλημάτων διοικητικών και οικονομικών, που συντέλεσαν στην μη εύρυθμη λειτουργία του Θεάτρου. Η απουσία της πλειοψηφίας των βουλευτών κατά την πρόσφατη συζήτηση της επερώτησης του ΚΚΕ σχετικά με την πορεία του πολιτισμού στην Ελλάδα , με αποκορύφωμα την πρωτοφανή δήλωση του υφυπουργού πολιτισμού, ότι στη σημερινή εποχή η Εθνική Λυρική Σκηνή πρέπει να οδηγηθεί σε λογική management και χορηγιών, παρουσιάζει την πραγματικά θλιβερή εικόνα της λανθασμένης και κατευθυνόμενης, από την νέα τάξη πραγμάτων, αντιμετώπισης της Πολιτείας.

Όπως ορθά δήλωσε ο Δήμαρχος του Ντίσελντορφ στα εγκαίνια της νέας όπερας της πόλης του , η ζωντάνια κι ο πολιτισμός ενός κράτους ,αντικατοπτρίζονται στα θέατρα του. Το να μην είναι σε θέση ένα κράτος να επιχορηγεί πλουσιοπάροχα τα θέατρά του και να τα διατηρεί σε ανώτερο πνευματικό επίπεδο, είναι δείγμα μαρασμού και κατάπτωσης.

Σ' αυτήν την σταδιακή παρακμή των μουσικών μας πραγμάτων, έχουμε μια ακμή του Μεγάρου Μουσικής, μια ιδιωτική πρωτοβουλία με χρήματα των φορολογουμένων, όπως σωστά διαπίστωσε σ’ ένα άρθρο του ο κ. Περικλής Κοροβέσης. Και συνεχίζοντας έγραψε: «Μακάρι όλοι οι πλούσιοι ιδιώτες να έκαναν επενδύσεις στον πολιτισμό. Επιπλέον έχουν και φαντασία. Ενώ όλοι περιμέναμε ένα υπόγειο γκαράζ, μας προέκυψε ένα υπόγειο συνεδριακό κέντρο και μια υπερσύγχρονη όπερα. Αλλά τι σόι ιδιώτες είναι αυτοί που καταδέχονται να πάρουν δημόσιο ή κοινοτικό χρήμα;» Και θα συμφωνήσω με τη κ. Βάσω Παπαντωνίου που σε επιστολή της στην «Καθημερινή» έγραφε: «Το Μέγαρο Μουσικής έφερε σε επαφή το αθηναϊκό κοινό με σημαντικές ορχήστρες, μαέστρους, σολίστ, όμως αυτή η φαινομενική προσφορά καλύπτει τον έλεγχο και τη φίμωση όσων δεν υποκύπτουν στους όρους του». Η καταγγελία της γνωστής υψίφωνου είναι πολύ σοβαρή. Δίνονται κρατικά χρήματα για φίμωση της καλλιτεχνικής δημιουργίας που κινείται με άλλους όρους;

Την ανησυχία μας αυτή για την κατευθυνόμενη καλλιτεχνική δημιουργία και την εμπορευματοποίηση του πολιτισμού έφτασε η στιγμή να την περάσουμε σε κάθε πολίτη της χώρας μας και να του ζητήσουμε να συμμετέχει ενεργά στην προσπάθεια αποτελμάτωσης του πολιτισμού.

Ας κάνουμε όμως μία γρήγορη ιστορική αναδρομή στο χώρο των μελοδραματικών θεάτρων.

Από τα μέσα του 1920 μέχρι λίγα χρόνια προ του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, είχε παρατηρηθεί στις Ευρωπαϊκές πόλεις μια σοβαρή κρίση στα μελοδραματικά θέατρα, σε σημείο που νόμισαν πολλοί πως σήμανε οριστικά το τέλος της όπερας. Δεν της έδιναν ζωή περισσότερη από δέκα χρόνια και ήταν όλοι - οι αντιμελοδραματικοί βέβαια περισσότερο - της γνώμης, πως η περίεργη αυτή μουσικοθεατρική τέχνη, με τους απαράδεκτους μουσικούς διάλογους και …τραγουδιστικούς θανάτους θα έσβηνε πια οριστικά. Μεγάλα μελοδραματικά θέατρα όπως οι όπερες του Βερολίνου ,της Βιέννης ,του Λονδίνου, του Παρισιού κ.α. είχαν τρομερές οικονομικές δυσχέρειες και απειλούνταν με οριστικό κλείσιμο.

Ο χρόνος όμως απέδειξε εντελώς τα αντίθετα και φάνηκε πως η γενική οικονομική κρίση που μάστιζε τότε όλον τον κόσμο, είχε και τον αντίκτυπό της στο μελοδραματικό θέατρο και πως δεν είχε καθόλου μειωθεί το ενδιαφέρον του κοινού.

Πραγματικά από τα τέλη του 1930 παρατηρήθηκε μια καταπληκτική εξέλιξη της μελοδραματικής τέχνης και παρά τον πόλεμο και τα δυσάρεστα επακόλουθά του, καινούργια θέατρα άνοιξαν παντού, ακόμα και σε χώρες χωρίς καμιά μελοδραματική παράδοση, όπως στην Νορβηγία, Τουρκία, Ιαπωνία και αλλού.

Έτσι σήμερα στην Κεντρική Ευρώπη, ιδιαίτερα στην Αυστρία, Γερμανία, Ιταλία και Ελβετία, η όπερα βρίσκεται σε πραγματική άνθιση.

Η όπερα στις χώρες αυτές, έχει καθιερωθεί σαν ο καθρέφτης του πολιτισμού τους και η ύπαρξη μελοδραματικού θεάτρου σε κάθε πόλη, θεωρείται κάτι το εντελώς απαραίτητο.

Ιδιαίτερα πρέπει να παραδειγματιστούμε από τη Γερμανία , όπου η όπερα κατέχει εντελώς ξεχωριστή θέση στο μουσικό της πολιτισμό, δίνοντας ταυτόχρονα τις βασικές κατευθύνσεις για την εξέλιξη του μουσικού αυτού είδους και στις άλλες πολιτισμένες χώρες. Γι’ αυτό η Γερμανία θεωρείται σήμερα η κατεξοχήν χώρα της όπερας. Με τα πολυάριθμα μελοδραματικά της θέατρα, την υποδειγματική τους λειτουργία, την εμφάνιση πολλών σημαντικών νέων συνθετών τα τελευταία χρόνια, την προοδευτική εξέλιξη στη σκηνοθεσία και σκηνογραφία, την ιδιαίτερη προσοχή στην εκπαίδευση φωνών, όπου αποδίδεται πολύ μεγαλύτερη σημασία στην εσωτερικότητα και την τεχνική κατάρτιση παρά στις εξωτερικές φωνητικές επιδείξεις, κατόρθωσε, το αμφισβητούμενο αυτό καλλιτεχνικό είδος, να το εξυψώσει και να το φτάσει σ’ επίπεδο ανώτατης και αληθινής θεατρικής μουσικής Τέχνης.

Παρά λοιπόν τη μεγάλη κρίση, η παράδοση για την όπερα έχει ριζώσει βαθιά στις καρδιές του κοινού και δεν είναι δυνατόν να υπάρχει μεγάλη ή μικρή πόλη που να μη φιλοδοξεί ν’ αποκτήσει και διατηρήσει το δικό της μελοδραματικό θέατρο.

Έτσι φτάνοντας στο 1939, ιδρύεται στην Ελλάδα η Εθνική Λυρική Σκηνή, ως τμήμα του τότε Βασιλικού Θεάτρου, και ανδρώθηκε στα χρόνια της γερμανικής κατοχής. Μέσα σ’ αυτό το Λυρικό Θέατρο παρουσιάστηκαν έργα κλασσικού ρεπερτορίου αλλά και πολλά έργα Ελλήνων συνθετών. Πέρασαν μεγάλα ονόματα του λυρικού τραγουδιού (Κάλλας-Αγγελόπουλος-Βλαχοπούλου-Λάππας κ.α ), μεγάλοι αρχιμουσικοί (Σεραφίν-Καπουάνα-Μητρόπουλος-Λαυράγκας-Παρίδης κ.α) σκηνοθέτες (Γιαννόπουλος-Γεωργιάδης-Βερτ Μίλλερ-Τζεφιρέλλι κ.α).

Μετά λοιπόν από πορεία 60 και πλέον χρόνων στο Λυρικό ρεπερτόριο, διανύουμε ήδη την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα και στην χώρα που έδωσε τα φώτα της δημοκρατίας, στη χώρα των καλών τεχνών, της αρχαίας τραγωδίας και όλων των μορφών της τέχνης, στη χώρα που αποτέλεσε την κοιτίδα του πολιτισμού για την υπόλοιπη Ευρώπη, σ’ αυτή τη χώρα το μοναδικό Λυρικό Θέατρο στεγάζεται σ’ ένα νοικιασμένο απαρχαιωμένο παλιό κινηματογράφο, που δεν πληρεί τις προϋποθέσεις των σημερινών απαιτήσεων για παραστάσεις μελοδραματικού θεάματος. Αν θέλουμε να μιλήσουμε λοιπόν για σωστή

αντιμετώπιση της πολιτείας στο μεγάλο θέμα του πολιτισμού της σύγχρονης Ελλάδας, θα πρέπει πρώτα-πρώτα να συνειδητοποιήσουμε πόσο επιτακτική ανάγκη είναι να αποκτήσουν όλες οι μεγάλες πόλεις το δικό τους Λυρικό θέατρο. Έτσι το μελόδραμα θα σταματήσει να είναι προνόμιο των λίγων πρωτευουσιάνων, αρχίζοντας η σταδιακή αποκέντρωση του πολιτισμού, δίνοντας ταυτόχρονα την ευκαιρία σε περισσότερο κόσμο να προσεγγίσει αυτή την «ακαταλαβίστικη» τέχνη και να μυηθεί στο απρόσιτο αυτό είδος.

Σας ευχαριστώ

 

ΣΤΕΛΙΟΣ ΤΖΟΛΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΚΘΒΕ

Καλησπέρα σας.

Ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Θεάματος – Ακροάματος, αλλά και ως εκπρόσωπος του Σωματείου Πάσης Φύσεως Εργαζομένων του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, χαιρετίζω τη σημερινή μας συνάντηση και σας μεταφέρω τους συναδελφικούς χαιρετισμούς των ανθρώπων του Κρατικού Θεάτρου.

Δεν έχω σκοπό να μακρηγορήσω, με κίνδυνο να σας κουράσω. Απλά θέλω να μοιραστώ μαζί σας μερικές σκέψεις και προβληματισμούς, πιστεύοντας ότι, με αφορμή τη συλλογικότητα που μας εξασφαλίζει η σημερινή συνάντηση, ακόμα και η προσπάθεια για επιγραμματική αναφορά των εργασιακών μας προβλημάτων, έχει τη δυνατότητα να μας κινητοποιήσει σε σχέση με τα χρόνια προβλήματα που ταλαιπωρούν όλους εμάς που το Θέατρο αποτελεί το δεύτερο σπίτι μας.

Και περνάω αμέσως στο προκείμενο: το σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος για περισσότερα από δέκα χρόνια, δηλαδή από το 1994 που άλλαξε το θεσμικό του πλαίσιο, είναι η έλλειψη συλλογικής σύμβασης εργασίας. Και μόνο το γεγονός αυτό, δημιουργεί αυτονόητα συνθήκες εργασιακής ανασφάλειας, καθώς οι όροι των συμβολαίων που υπογράφουμε καθορίζονται από τα διοικητικά όργανα του θεάτρου χωρίς περιθώρια για διαπραγματεύσεις.

Δυστυχώς, αγαπητοί συνάδελφοι στον 21ο αιώνα οι θέσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και του Καλλιτεχνικού Διευθυντή του θεάτρου αποτελούν, άλλοτε ξεκάθαρα και άλλοτε εκ πλαγίως, κυβερνητικές τοποθετήσεις και άρα αδιαμφισβήτητα κομματικές επιλογές.

Βέβαια το θεσμικό πλαίσιο δεν είναι προβληματικό μόνο στην εμφάνιση αλλά και στην ουσία του. Με την εξουσία να συγκεντρώνεται στο πρόσωπο του εκάστοτε Καλλιτεχνικό Διευθυντή αλλά και με ένα Διοικητικό Συμβούλιο με σχεδόν διακοσμητικό ρόλο – χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της ανούσιας δυνατότητας του Δ.Σ. για ψήφιση ή καταψήφιση του απολογισμού του Καλλιτεχνικού Διευθυντή, που όμως τα αποτελέσματά αυτής της δυνατότητας καθορίζονται από κομματική γραμμή.

Επιπλέον με τις ασάφειες του νόμου ως προς την κατανομή των αρμοδιοτήτων των οργάνων αυτών, δημιουργείται a priori σύγχυση και αντιπαλότητα μεταξύ ανθρώπων που λογικά θα έπρεπε να συνεργάζονται δημιουργικά.

Είναι προφανές ότι με τέτοιο κατεστημένο το Κρατικό Θέατρο διοικητικά χωλαίνει.

Από την άλλη πλευρά, ο χρόνος της θητείας τους είναι εξαιρετικά μικρός για να μπορέσει να εκπληρωθεί το οποιοδήποτε όραμα, με αποτέλεσμα, βέβαια, τις αντίστοιχες συνέπειες να τις υφίστανται και πάλι οι εργαζόμενοι, καθώς ανά τρία χρόνια αλλάζοντας ο στόχος της εκάστοτε Διοίκησης, στην αρχή θα πρέπει να βρίσκονται αναγκαστικά σε δόκιμη περίοδο, να αναπροσαρμόσουν τον τρόπο δουλειάς τους, χωρίς σίγουρα αποτελέσματα ως προς την προσαρμογή και την αποδοτικότητά τους σε νέα καθήκοντα που τους ανατίθενται.

Πιστεύω ότι τώρα πήρατε μια αμυδρή εικόνα του τι συμβαίνει. Τι πρέπει όμως να κάνουμε; Τι πρέπει να αλλάξει και πώς;

Η μόνη λύση, κατά τη γνώμη μου, είναι η ριζική αλλαγή του θεσμικού πλαισίου. Με γνώμονα τις δυσλειτουργίες που παρουσιάζει αλλά και με την αναγκαιότητα προσθήκης άρθρων που θα δίνουν τη δυνατότητα άμεσης επίλυσης των προβλημάτων.

Επίσης πιστεύω ότι η παρουσία εκπροσώπου όλων των εργαζομένων του θεάτρου στο Δ.Σ. θα αποτελέσει καταλυτικό παράγοντα για την άσκηση δημοκρατικότερης διοίκησης.

Τέλος θα ήθελα να επισημάνω ότι για την οποιαδήποτε θεσμική αλλαγή, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να καθίσουν σ’ ένα τραπέζι όλοι οι ενδιαφερόμενοι, με καλή πίστη, ανοιχτό μυαλό, χωρίς αντιπαλότητες και μίζερες μικροπολιτικές φιλοσοφίες.

Σας ευχαριστώ.

 

ΚΩΣΤΗΣ ΜΑΛΚΟΤΣΗΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΔΗΠΕΘΕ (ΣΕΗ)

ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΑ ΘΕΑΤΡΑ

Όπως γνωρίζετε, το Σωματείο μας από το 1917, οπότε και ιδρύθηκε, έβαλε ως στόχο τη δημιουργία Δημοτικών Θεάτρων. Αυτή την ιδέα ποτέ δεν την εγκαταλείψαμε μέχρι που η αείμνηστη Μελίνα την υλοποίησε με την ίδρυση των πρώτων Περιφερειακών Θεάτρων. Από την πρώτη στιγμή της γέννησης του θεσμού συμπαρασταθήκαμε και στηρίξαμε τους οραματιστές και παθιασμένους Δημάρχους (Τσιτσεμελή – Αγρινίου, Λαμπρούλη – Λάρισας, Μπένο –Καλαμάτας κ.ά.) στα πρώτα αβέβαια βήματα των ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.

Σήμερα, μετά από 22 χρόνια, και ενώ τα δημοτικά θέατρα έφτασαν αισίως στον αριθμό 16, η κατάσταση που επικρατεί σε αρκετά από αυτά δεν είναι καθόλου καλή και υπάρχει σοβαρός κίνδυνος πολλά να αναστείλουν τις ήδη συρρικνωμένες δραστηριότητές τους, κάτι που θα συμβάλλει στην απαξίωση του θεσμού και στην απώλεια μιας λαϊκής κατακτημένης εστίας πολιτισμού στην περιφέρεια.

► Ο πρώτος λόγος απαξίωσης του θεσμού είναι η εγκατάλειψή του από τους Δημοτικούς Άρχοντες. Όταν ξεκίνησε ο θεσμός, Πρόεδροι των Δ.Σ. ήταν πάντα οι ίδιοι οι Δήμαρχοι. Αυτό έδινε ξεχωριστή βαρύτητα στη λειτουργία τους. Δυστυχώς σήμερα κανένας Δήμαρχος δεν είναι Πρόεδρος και το θέατρο αντιμετωπίζεται σαν μια οποιαδήποτε άλλη Δημοτική Επιχείρηση και, το χειρότερο, μέσω αυτής της «επιχείρησης» επιδιώκονται οι ίδιες σκοπιμότητες και οι ίδιες «ανταποδώσεις»! Το σαράκι της ευτελούς πολιτικής, του παραγοντισμού και της λογικής του Κομματάρχη κατατρώγει και ευτελίζει τον κοινωνικό φιλολαϊκό χαρακτήρα που οφείλει να έχει ένα θέατρο το οποίο δρα και ζυμώνεται στην καθημερινή ζωή και στα προβλήματα των πολιτών.

► Ένας άλλος λόγος απαξίωσης είναι οι κατά καιρούς τραγελαφικές συνθήκες εκλογής ορισμένων Καλλιτεχνικών Διευθυντών, ενταγμένες στο γαϊτανάκι των διαφορών Κυβέρνησης – Δήμου ή υποταγμένες σε συσχετισμούς τοπικού παραγοντισμού.

Η πρότασή μας είναι: Η επιλογή των Καλλιτεχνικών Διευθυντών να γίνεται από επιτροπή υπό το ΥΠ.ΠΟ., στην οποία θα μετέχουν εκπρόσωποι του Σ.Ε.Η., άλλοι συναφείς φορείς και, φυσικά, εκπρόσωποι των Δήμων (ανά περίπτωση) για να δεσμεύονται στην εκλογή και ν’ αποφεύγονται τριβές και πιέσεις που εξουθενώνουν τους Καλλιτεχνικούς Διευθυντές και τους μετατρέπουν σε ενεργούμενα και διεκπεραιωτές.

Οι υποψήφιοι Καλλιτεχνικοί Διευθυντές πρέπει να είναι άνθρωποι με εύρος, γενικώς αποδεκτοί, με διαπιστωμένη προσφορά και όραμα, με σχετική πείρα στα Διοικητικά.

Σήμερα, σε αρκετές περιπτώσεις, όταν προκηρύσσεται μια θέση ξέρουμε εκ των προτέρων τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή ο οποίος ως υπέρτατο προσόν έχει την κομματική του ταυτότητα, η οποία συμπίπτει, κατά «σατανική σύμπτωση», με αυτήν του Δημάρχου που τον επέλεξε. Ένας τέτοιος Καλλιτεχνικός Διευθυντής είναι συνηθέστατα «βολικός», «εξυπηρετικός», υπάκουος σε κελεύσματα και υποδείξεις, επομένως εντελώς ακατάλληλος για μια θέση που απαιτεί ευθυκρισία, ανεξαρτησία σκέψης και έμπνευση.

Κάθε υποψήφιος Καλλιτεχνικός Διευθυντής πρέπει να καταθέτει αναλυτικά τον τριετή σχεδιασμό του Δραματολογίου με τις διανομές, τους συντελεστές, το πρόγραμμα των περιοδειών και τις συνθήκες διαβίωσης των εργαζομένων, έτσι που το Δραματολόγιο, οι προσλήψεις κλπ. να μην αποτελούν αντικείμενα επεμβάσεων και υποδείξεων.

► Ένα ακόμα σοβαρό πρόβλημα είναι το ποιοι στελεχώνουν τα Δ.Σ. των θεάτρων. Συχνά, για λόγους ψηφοθηρικούς και μικροκομματικούς, είναι κομματικώς έμπιστοι. Έχουν όμως σχέση με τον πολιτισμό; Ενημερωθήκαμε από συναδέλφους ότι τα μέλη πολλών Δ.Σ. είναι εργολάβοι οικοδομών, μεγαλομπακάληδες, μανάβηδες, γυρολόγοι ειδών προικός με τρίκυκλα (αξιοσέβαστοι ως επαγγελματίες, ως άνθρωποι και ως πολίτες) αλλά ξέρουν πώς πρέπει να λειτουργεί το θέατρο; Θα ήταν παράλογο να ισχυριστούμε ότι στις τοπικές κοινωνίες δεν υπάρχουν άνθρωποι με γνώσεις, με ευαισθησία, με διάθεση προσφοράς. Δεν πρέπει να τους αναζητήσουμε και να τους αξιοποιήσουμε;

► Ακόμη πρέπει να επανεξετάσουμε τη λειτουργία των θεάτρων σε σχέση με τα τοπικά ερασιτεχνικά σχήματα και τις ομάδες. Είναι βαθιά και χρόνια πληγή ο ερασιτεχνισμός, πληγή που αιμορραγεί, ιδίως μετά την κατάργηση της Άδειας Άσκησης του Επαγγέλματος του Ηθοποιού, γιατί, χάνοντας το δρόμο και τους στόχους του, μαϊμουδίζει τους τρόπους ενός, εντελώς διαστρεβλωμένου, επαγγελματισμού. Ανδρώθηκαν τοπικοί σκηνοθετίσκοι και πρωταγωνιστές, χωρίς καμία παιδεία, χωρίς επαγγελματική συνείδηση, οι οποίοι περιφέρονται με έναν άκρατο βεντετισμό και έναν τηλεοπτικό μιμητισμό χύνοντας χολή και μίσος απέναντι σε κάθε σοβαρό καλλιτεχνικό προϊόν. Το να είσαι ό,τι δηλώσεις, ή ό,τι δηλώσουν οι άλλοι πως είσαι, κάτι που αποθεώνεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, αποτελεί ύβρη για το θέατρο. Αυτό το ζήτημα δεν είναι για μας απλώς συνδικαλιστικό, είναι πρωτίστως αισθητικό, ηθικό και πολιτιστικό. Δεν νοείται θέατρο χωρίς παιδεία, χωρίς προσπάθεια και σοβαρότητα. Υπήρξαν δημοτικά θέατρα που βάλανε ένσημα σε ερασιτέχνες, τους γράψανε στο Σωματείο, χάρη στο νόμο 1264, και αυτόματα τους έχρισαν επαγγελματίες. Έτσι βολεύανε ένα δικό τους παιδί και τους ερχόταν και πιο φθηνά. Έλα όμως που τέτοια νόθα παιδιά, όταν μεγαλώσουν, διεκδικούν δικαιώματα ερμηνευτικά και αρχίζουν οι παρεμβάσεις Δημάρχων, Κομματαρχών, βουλευτών κλπ.

► Είναι απαραίτητη μια Ενιαία Συλλογική Σύμβαση Εργασίας την οποία θα εφαρμόζουν υποχρεωτικά όλα τα δημοτικά θέατρα. Είναι καιρός να σταματήσει η μιζέρια και η «προσφορά καλών υπηρεσιών» μερικών Καλλιτεχνικών Διευθυντών, οι οποίοι, ερμηνεύοντας με αλχημείες το υπάρχον καθεστώς των Συλλογικών Συμβάσεων, όπου αυτό εφαρμόζεται, στερούν από τους ηθοποιούς χρήματα, τα οποία υποτίθεται ότι κατοχυρώνονται από τις Συμβάσεις. Τα Συμβόλαια πρέπει να είναι εξαμηνιαία και ετήσια. Σ’ ένα μακράς πνοής Δραματολόγιο υπάρχει αυτή η δυνατότητα, ή μάλλον η αναγκαιότητα. Μόνον έτσι οι ηθοποιοί θα επιλέγουν συνειδητά την περιφέρεια, θα ενσωματώνονται στις ανάγκες και τους ρυθμούς τής τοπικής κοινωνίας και θα αξιοποιούνται στο έπακρο από τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Θα έχουν τη δυνατότητα ν’ αναλαμβάνουν τη διδασκαλία θεάτρου στα σχολεία, να εκπαιδεύουν ερασιτεχνικά σχήματα Συλλόγων, να παίρνουν μέρος σε παράλληλες εκδηλώσεις των θεάτρων, των Δήμων, των Μαζικών Φορέων κλπ., εξασφαλίζοντας έναν αξιοπρεπή μισθό.

Και ερχόμαστε τώρα στο μεγάλο πρόβλημα των συμπαραγωγών. Αυτή η τακτική πρέπει να σταματήσει. Καμία συμπαραγωγή ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. με ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. ή ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. με άλλο θίασο! Αυτό είναι ζήτημα κυρίως αισθητικής και ηθικής τάξης και όχι συνδικαλιστικό αίτημα. Κάθε θέατρο έχει έναν τομέα πολιτιστικής ευθύνης και, καταρχάς, σε αυτόν κρίνεται. Η Συμπαραγωγή δεν είναι πραγμάτωση της ισχύος εν τη ενώσει αλλά απορία ψάλτου βηξ, πασπαλισμένη με κοροϊδία, ξιπασιά και μικρομεγαλισμό, που δεν αρμόζει στους αισθητικούς και παιδευτικούς στόχους των ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.

► Σε ό,τι αφορά τα οικονομικά των θεάτρων, το ΥΠ.ΠΟ. πρέπει να κρίνει και να συγκρίνει τις δραστηριότητές τους σε σχέση με τα Κρατικά Θέατρα. Πόσους εργαζόμενους απασχολούν, τι δραματολόγιο έχουν. Πόσες παραστάσεις και σε ποια γεωγραφικά σημεία τις δίνουν. Πόσοι θεατές τους παρακολουθούν. Αν γίνουν αυτές οι συγκρίσεις, αυτόματα θα διαπιστωθεί ότι οφείλει να διπλασιάσει το ποσόν για τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., και το ίδιο πρέπει να κάνει αντίστοιχα και ο Δήμος, ενώ χρειάζεται να μπει στο χορό και η περιφέρεια, για να μπορεί το κοινό, στα απόμακρα γεωγραφικά σημεία της χώρας μας, να βλέπει καλό θέατρο και με χαμηλό εισιτήριο.

Κύριε Υφυπουργέ,

Για να μη φτάσετε στο συμπέρασμα ότι όλα είναι ισοπεδωμένα και μαύρα, κατά τη γνώμη μας, σας λέμε ότι όπου υπάρχουν άνθρωποι σοβαροί, με ευαισθησία, αγάπη, γνώση και σεβασμό για τα Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα, αυτά τα θέατρα προσφέρουν έργο. Ας μην αφήσουμε την ελληνική περιφέρεια έρμαιο της αδιαφορίας και τις ασχετοσύνης και ας πάψει το «ημέτερος» να αποτελεί πρόκριση στη διαχείριση των Δημοτικών θεάτρων.

Εμείς, ως Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών, με προβληματισμούς και προτάσεις μπορούμε να συμβάλουμε στη δημιουργία ενός πλαισίου νόμου ο οποίος, αποκτώντας κύρος, θα συμβάλει στην καλή λειτουργία ενός τόσο σημαντικού θεσμού. Μακάρι αυτό να γίνει το συντομότερο και οι όποιες προτάσεις να μη μείνουν κενό γράμμα.

 

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΡΔΑΡΟΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (ΣΕΗ)

Αγαπητοί Συνάδελφοι είμαστε εδώ όπως πριν 25, 20, 10 χρόνια και συζητάμε τα προβλήματά μας που είναι πιο πολύπλοκα. Είμαστε ζωντανοί. Δυστυχώς δεν ήρθε η αταξική κοινωνία που περιμέναμε, ούτε εφαρμόσθηκε η απόφαση του Λάσκαρη για την κατάργηση της πάλης των τάξεων.

Ας αρχίσω από το επίκαιρο θέμα του νέου νόμου για τον κινηματογράφο. Πριν από 25 χρόνια συζητούσαμε για την έλλειψη κρατικής μέριμνας στον κινηματογράφο, για τη λογοκρισία που ακόμα μας ταλαιπωρούσε, για την ανεπάρκεια διαφόρων νομοσχεδίων, για την έλλειψη κινηματογραφικής παιδείας, για τη συμμετοχή των εργαζομένων στα κέντρα αποφάσεων και για την πολιτιστική πολιτική στον κινηματογράφο. Σ’ αυτό το διάστημα ψηφίστηκαν νόμοι γυρίστηκαν 400 ταινίες, αρκετές απ’ αυτές κάνανε γνωστή τη χώρα μας στον έξω κόσμο. Ακόμα ο νόμος αυτός που ψηφίστηκε όπως συνηθίσαμε να τον λέμε, ο νόμος της Μελίνας, υποχρέωσε την αμερικάνικη βιομηχανία να δίνει χρήματα με την επιστροφή του φόρου και να γίνονται ελληνικές ταινίες. Δηλαδή να ακούγεται η γλώσσα μας στη χώρα μας. Σ’ αυτό που αποκαλούμε νεοελληνικό κινηματογράφο κανένας ηθοποιός δεν έχει αμειφθεί γι’ αυτό που έχει προσφέρει και πιστεύω ότι όλοι οι ηθοποιοί που πήρανε μέρος σ’ αυτές τις ταινίες τα τριάντα τελευταία χρόνια γνώριζαν ότι με την εργασία τους συμβάλλουν να δημιουργηθεί ελληνικός κινηματογράφος. Μετά από τριάντα χρόνια, στο σχέδιο νόμου που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες, ο κινηματογράφος γίνεται ανώνυμες εταιρείες που διοικούνται από τον εκάστοτε Υπουργό Πολιτισμού που διορίζει τα συμβούλια των εταιρειών. Ακόμα ο νομοθέτης αυτού του σχεδίου αποκλείει τους εκπροσώπους του κινηματογραφικού κόσμου από τα κέντρα αποφάσεων και αφήνει να εννοηθεί ότι αν αυτό το μοντέλο δεν πετύχει την ευθύνη την έχουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων. Πρέπει να επιστρέψουμε αυτή την κατηγορία. Επίσης θεσμοθετεί την αδιαφάνεια στη διαχείριση του δημοσίου χρήματος, δηλαδή διορίζει τα Δ.Σ. ενώ ο προηγούμενος νόμος προέβλεπε και την εκλογή από τη Γ.Σ. του Κέντρου Κινηματογράφου και υπήρχαν διαφορετικές απόψεις, υπήρχε ένας δημοκρατικός διάλογος για το ποιες ταινίες θα γίνουν. Ως εργαζόμενοι, οι ηθοποιοί πιστεύουμε ότι θέλουν να καθιερώσουν το μοντέλο της παραγωγής που υπάρχει αυτή τη στιγμή και στην τηλεόραση με τους παραγωγούς και εταιρείες φαντάσματα που συνεχώς τους αναζητούμε για να εισπράξουμε ένα μέρος της αμοιβής μας μετά από 10 και 15 μήνες. Αυτό το σχέδιο πρέπει να το εμποδίσουμε να γίνει νόμος του Κράτους.

Θέλω να πω δυό λόγια και για τα Κρατικά Θέατρα. Είναι γνωστό ότι τα Κρατικά Θέατρα εδώ και δέκα χρόνια λειτουργούν ως Ν.Π.Ι.Δ. και υποπτεύονται από το ΥΠ.ΠΟ. Χαρακτηριστικό αυτής της νομικής μορφής είναι ο τρόπος διοίκησης, είναι συγκεντρωτικός και ουσιαστικά η διοίκηση γίνεται από τον Διευθυντή του Θεάτρου. Τα ΔΣ δεν έχουν τη δυνατότητα να συμβάλουν στη διαμόρφωση ρεπερτορίου και γενικά της πολιτιστικής πολιτικής γιατί αυτό τους το απαγορεύει ο νομοθέτης. Έχει τη δυνατότητα δηλαδή ένα ΔΣ των κρατικών σκηνών να απορρίψει το απολογισμό και τον ισολογισμό του Θεάτρου, καμιά άλλη αρμοδιότητα. Το μοντέλο αυτό θέλουν να επιβάλλουν τώρα και στο χώρο του κινηματογράφου, ακριβώς αυτό και χειρότερο. Στα κρατικά θέατρα υπάρχουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, αλλά δεν έχουν αρμοδιότητες, τουλάχιστον μαθαίνουμε τι γίνεται. Αυτό το μοντέλο λοιπόν αδιαφάνειας θέλει η πολιτεία να το ξαναεξετάσει, είναι ανοιχτό. Το ΣΕΗ ποτέ δεν συμφώνησε σ’ αυτό το μοντέλο διοίκησης και θα πρέπει σύντομα και οι φορείς να επαναφέρουν το θέμα γι’ αυτό το συγκεντρωτικό τρόπο διοίκησης και να επανέρθει μια ποιο δημοκρατική λειτουργία στα Κρατικά θέατρα.

Δεν έχω τη φιλοδοξία ν’ ασχοληθώ με τα πολιτιστικά θέματα και τα θέματα αισθητικής των κρατικών θεάτρων, άλλωστε αυτό μου το απαγορεύει και ο νομοθέτης, δεν έχει αρμοδιότητες το ΔΣ αλλά σίγουρα υπάρχει ένα πρόβλημα που αντίκειται στους σκοπούς των κρατικών θεάτρων. Ο δεύτερος σκοπός των Κρατικών Θεάτρων είναι η προώθηση της ελληνικής δραματουργίας, οι Έλληνες θεατρικοί συγγραφείς το έχουνε θέσει αυτό το θέμα και είναι σίγουρο ότι πραγματικά δεν βοηθάνε ούτε στην προώθηση ούτε στη δημιουργία σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας που είναι υποχρεωμένα τα ΚΘ από τον ιδρυτικό τους νόμο. Θα έλεγα ότι έχουμε λιγότερα προβλήματα εργασιακά στα ΚΘ, αλλά το πρόβλημα τη διοίκησης και της διαφάνειας πρέπει να μας απασχολεί και νομίζω ότι πρέπει να το επαναφέρουμε σύντομα για πιο δημοκρατική διοίκηση των Κρατικών Θεάτρων.

Σας ευχαριστώ.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ - ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ «ΜΙΚΡΟ»

Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΜΙΑ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ

του Γιάννη Φραγκούλη

Προέδρου του «μικρό»

Κριτικού κινηματογράφου

Είναι φανερό ότι ο κινηματογράφος έχει περάσει σε μια νέα εποχή. Όλο και περισσότερες παραγωγές ολοκληρώνονται με ψηφιακό τρόπο. Ας προσπαθήσουμε να βρούμε τις διαφορές αλλά και ένα κοινό τόπο στο νέο πλέον χάρτη, στην ελληνική κινηματογραφική παραγωγή. Για αυτό το λόγο θα περιγράψουμε την πορεία απ’ την αναλογική στην ψηφιακή κινηματογράφηση. Δε θα χρησιμοποιήσουμε τη λέξη «βιντεοσκόπηση» διότι παίρνουμε σα δεδομένο ότι αναφερόμαστε σε παραγωγές που γυρίζονται και ολοκληρώνονται με καθαρά κινηματογραφικό τρόπο.

Από τις φωτοευαίσθητες χημικές ουσίες περνάμε στα φωτοευαίσθητα ηλεκτρονικά στοιχεία, στα pixels. Απ’ το καρέ περνάμε στο frame της ψηφιακής εγγραφής. Ο ήχος εγγράφεται αυτόματα στη miniDV (ή στο dvd) και οι πρόσθετοι ήχοι ή οι διορθώσεις των ήδη εγγεγραμμένων γίνονται στο μοντάζ το οποίο απ’ τη μουβιόλα γίνεται πλέον στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, με συγκεκριμένα προγράμματα. Όμως και στις δύο περιπτώσεις έχουμε μια αλληλουχία εικόνων και, τελικά, μια μετάδοση πληροφοριών. Το αποτέλεσμα, με άλλα λόγια είναι το ίδιο, σε γενικές γραμμές: μετάδοση πληροφοριών, ολοκλήρωση της αφήγησης, λήψη ενός ολοκληρωμένου προϊόντος, της ταινίας, έτοιμης για προβολή στο κοινό.

Η ανάγκη για τη μετάβαση αυτή απ’ τον αναλογικό στον ψηφιακό τρόπο παραγωγής ταινιών ήταν και είναι η μεγάλη διαφορά στο κόστος παραγωγής. Είναι γεγονός ότι με τον ψηφιακό τρόπο παραγωγής έχουμε χαμηλότερο κόστος παραγωγής λόγω της πιο εύκολης επεξεργασίας του ψηφιακού μέσου αποθήκευσης των δεδομένων, του πιο εύκολου τρόπου σχεδιασμού των ειδικών εφέ που πλέον με εκπληκτική ακρίβεια μπορούν να σχεδιαστούν και να ολοκληρωθούν μέσω εξειδικευμένων προγραμμάτων του υπολογιστή. Όσον αφορά στις μικρές κινηματογραφίες, η ψηφιοποίηση ή ο ψηφιακός τρόπος παραγωγής ταινιών έχει ένα πρόσθετο πλεονέκτημα: στο άμεσο μέλλον η διανομή της ταινίας θα γίνεται μέσω δορυφόρων με αυτόματη μετάφραση, αυτόματο μοίρασμα των εσόδων για κάθε συντελεστή, βάσει μιας πιστωτικής κάρτας και ενός τραπεζικού λογαριασμού, και σε αποστολή σε όσους αποδέκτες έχουν δεχτεί να πάρουν την ταινία και έχουν πληρώσει το αντίτιμο. Απαραίτητη προϋπόθεση θα είναι και ο ψηφιακός τρόπος προβολής της ταινίας στην αίθουσα.

Αν όλα αυτά ακούγονται υπέροχα, θα πρέπει να δούμε και τα μειονεκτήματα που μπορεί να υπάρχουν. Οι φανατισμένοι και οι γοητευμένοι απ’ την νέα τεχνολογία κινδυνεύουν να μείνουν σε μια λατρεία του νέου μέσου και να μη δουν τις παγίδες που αυτό κρύβει.

Η πρώτη παγίδα είναι η οικονομία του αφηγηματικού χρόνου. Με δεδομένο το φτηνό μέσο αποθήκευσης δεδομένων, έχουμε παρατηρήσει πολλές φορές παράλογα πολλές επαναλήψεις μιας σκηνής, δημιουργώντας πρόβλημα στην επιλογή της καλύτερης λήψης. Το πιο συχνό φαινόμενο πάντως είναι οι σκηνές που διαρκούν μεγάλο χρόνο εμφανίζοντας έτσι πρόβλημα στο ρυθμό και, κατά συνέπεια, στη στίξη του κινηματογραφικού λόγου. Φτάνουμε, λοιπόν, σε ένα βασικό αφηγηματικό πρόβλημα: το πρόβλημα της στίξης έχει άμεσες επιπτώσεις στη δόμηση των χαρακτήρων, στην περιγραφή μιας κατάστασης και, τελικά, στην αντίληψη των δομών του έργου απ’ το θεατή. Είναι απαραίτητη η «αυτολογοκρισία» του σκηνοθέτη, το αυστηρό μέτρημα και το πέταμα σκηνών που μπορεί να είναι υπέροχες, αλλά που δε δένουν με τις υπόλοιπες ή που χαλούν το ρυθμό της ταινίας. Μιλάμε για το πρόβλημα στο μοντάζ και με δεδομένο ότι αυτό είναι η ολοκλήρωση της ταινίας (ή σύμφωνα με κάποιους θεωρητικούς είναι η σκηνοθεσία) μπορούμε να φτάσουμε, αν ο κινηματογραφιστής πέσει σε αυτή την παγίδα, στην καταστροφή της ταινίας.

Η δεύτερη παγίδα είναι τα επιμέρους τεχνικά στοιχεία. Η φωτογραφία δεν αποτυπώνεται με τον ψηφιακό τρόπο έτσι όπως στο φιλμ. Τα χρώματα μερικές φορές αλλοιώνονται και αποδίδονται πολύ διαφορετικά. Το ίδιο το μέσο επιβάλλει τη χρησιμοποίηση χρωμάτων αλλάζοντας το συμβολισμό και, κατά συνέπεια, την ίδια τη γραμματική του φιλμικού λόγου. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στην αποτύπωση του ήχου που θα πρέπει να ταιριάζει με τις περιστάσεις, πότε να χαμηλώνει πότε να επιβάλλει την παρουσία του. Πρέπει, με άλλα λόγια, να μάθουμε καλύτερα το νέο μέσο και να προσαρμοστούμε σε αυτό.

Η τρίτη παγίδα είναι η αλόγιστη χρησιμοποίηση των ειδικών εφέ. Είναι γεγονός ότι με ψηφιακό τρόπο μπορούμε να κάνουμε αυτά που γίνονται χρησιμοποιώντας τις παραδοσιακές τεχνικές, πολύ πιο εύκολα και πιο αποτελεσματικά. Κυρίως όμως πιο φτηνά. Η εικόνα συντίθεται στην οθόνη του υπολογιστή, πράγμα που σημαίνει ότι δε χρειαζόμαστε τις δύσκολες παραδοσιακές τεχνικές ούτε το δύσκολο ή αδύνατο συγχρονισμό μερικές φορές. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι έχουμε το δικαίωμα να χρησιμοποιούμε τα ειδικά εφέ τόσο που να μην είναι πλέον ένας τονισμός, αλλά μια υπερβολή. Χρειάζεται να βάλουμε το εφέ εδώ ή όχι; Αυτή η ερώτηση θα πρέπει να τεθεί και να απαντηθεί επαρκώς πολύ πριν το σχεδιάσουμε. Η επανάληψη των ίδιων και των ίδιων εφέ τελικά λειτουργεί σα θόρυβος, δηλαδή σαν απώλεια επικοινωνίας παρά σαν ένα επικοινωνιακό μέσο. Για παράδειγμα η λιτότητα των ειδικών εφέ στην «2001 Οδύσσεια του Διαστήματος», του Κιούμπρικ, λειτουργεί περισσότερο απ’ την υπερβολή του «Matrix».

Θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι θα πρέπει να μάθουμε το νέο μέσο και να καταφέρουμε να το χρησιμοποιήσουμε κινηματογραφικά, χρησιμοποιώντας τις θεωρίες της κινηματογραφικής αισθητικής και της γραμματικής του κινηματογραφικού λόγου, έτσι όπως η παγκόσμια ιστορία και θεωρία του κινηματογράφου μας διδάσκει. Πρέπει στο μυαλό μας να είναι πάντα ότι κάνουμε κινηματογράφο και, κατά συνέπεια να αναιρέσουμε πολλές απ’ τις ευκολίες του νέου μέσου. Αν, λοιπόν, καταφέρουμε να κάνουμε κινηματογράφο, χρησιμοποιώντας το ψηφιακό μέσο, τότε φτάνουμε στο επόμενο πρόβλημα. Στην προβολή της ταινίας.

Στην Ελλάδα υπάρχουν πολύ λίγες αίθουσες που μπορούν με μεγάλη ποιότητα να προβάλλουν ταινία με ψηφιακό τρόπο. Πάντως υπάρχει μόνο μία που μπορεί να συνδεθεί με το διαδίκτυο για μια τέτοια προβολή. Αυτό το γεγονός από μόνο του δυσκολεύει πολύ τη διανομή μιας ταινίας σε ψηφιακή μορφή. Με άλλα λόγια μια ταινία που έχει παραχθεί σε ψηφιακή μορφή θα πρέπει να μετατραπεί σε αναλογική για να έχει μια καλή προβολή, αλλιώς η ποιότητά της δε θα είναι ενδεικτική της δουλειάς που έχει γίνει τόσο σε αισθητικό όσο και σε τεχνικό επίπεδο. Αυτό συμβαίνει επειδή οι αιθουσάρχες δεν έχουν ενημερωθεί για τα πλεονεκτήματα του νέου τρόπου προβολής ταινιών και η πολιτεία δεν έχει σκεφτεί καν να δώσει οικονομικά κίνητρα για αυτή τη μετατροπή.

Προσωρινά, λοιπόν, η οικονομική ωφέλεια για τις ταινίες που δεν έχουν σαν αποκλειστικό διανομέα την τηλεόραση, όπως οι ταινίες ντοκιμαντέρ, είναι πολύ μικρή. Ελπίζουμε στο μέλλον αυτό να αλλάξει. Παράλληλα η χώρα μας δεν μπαίνει στον κύκλο αυτό των χωρών που μπορούν να συνδεθούν εύκολα και γρήγορα με οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη. Θα αργήσουμε να το πετύχουμε; Κανείς δεν ξέρει. Ελπίζουμε πάντως να μην αναγκαστούμε να τρέξουμε πίσω από τις εξελίξεις όταν η διανομή των ταινιών θα γίνεται αποκλειστικά με ψηφιακό τρόπο! Σαν παραγωγή ταινιών καλοβλέπουμε το νέο τρόπο ολοκλήρωσης ταινιών, τελικά όμως ακολουθούμε αναγκαστικά τον αναλογικό τρόπο.

Όσον αφορά στην εκπαίδευση, η ψηφιακή εικόνα διδάσκεται λίγο ή καθόλου στις κινηματογραφικές σχολές και στα πανεπιστημιακά τμήματα. Ότι μαθαίνουν οι νέοι κινηματογραφιστές είναι α